'Πιστεύω πως ό,τι πιο δύσκολο έχω κάνει είναι η Μπέλλου.'

Το επάγγελμα του ηθοποιού, είναι ένα λειτούργημα το οποίο απαιτεί σθεναρό χαρακτήρα, ισχυρή προσωπικότητα, επαγγελματισμό και αφοσίωση. Ένας ηθοποιός πολλές φορές κρίνεται αποκλειστικά εκ του αποτελέσματος και σχεδόν πάντα από την αντοχή του στον χρόνο. Η Έφη Σταμούλη είναι αδιαμφισβήτητα μια ηθοποιός (και καθηγήτρια στο Τμήμα Θεάτρου του Α.Π.Θ.) με τεράστια ιστορία και σπάνιο ταλέντο. Έχει ερμηνεύσει περισσότερους από 100 ρόλους στη θεατρική της καριέρα και αποτελεί ιδρυτικό μέλος της Πειραματικής Σκηνής της Τέχνης που μετράει σπουδαίες επιτυχίες από το 1979 και είναι ένας σημαντικότατος θεσμός στο θεατρικό τοπίο της Θεσσαλονίκης. Αυτόν τον χειμώνα όμως καλείται να ερμηνεύσει -κατά τα λεγόμενά της- τον δυσκολότερο ρόλο της καριέρας της. Αυτόν της Σωτηρίας Μπέλλου στην παράσταση "Σωτηρία με λένε" της Σοφίας Αδαμίδου, σε σκηνοθεσία Χριστίνας Χατζηβασιλείου, που ανεβάζει το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος στη Μικρή Σκηνή της Μονής Λαζαριστών.

Η Έφη Σταμούλη, μιλάει στο rejected.gr για την πολύχρονη πορεία της, τον συγκεκριμένο ρόλο και την άποψή της για τον χώρο του θεάτρου στην Θεσσαλονίκη και όχι μόνο.

Έφη Σταμούλη

rejected: Η ενασχόληση περισσότερο με το θέατρο και ελάχιστα με άλλα μέσα (τηλεόραση, κινηματογράφος) ήταν επιλογή σας;

Έ.Σ.: Το σινεμά μου αρέσει πάρα πολύ. Η μικρή εμπειρία που είχα εκεί με ενθουσίασε. Όσες προτάσεις μου δόθηκαν για το σινεμά, τις δέχτηκα. Αν με ρωτάς τι προτιμώ απ’ τα δυο, θα σου απαντήσω πως το θέατρο το ξέρω πολύ καλά. Το σινεμά το ξέρω πολύ λιγότερο, όμως σκέφτομαι πως θα ήθελα να ασχοληθώ και πάλι μ’ αυτό. Είναι δηλαδή, δυσανάλογη η εμπειρία μου. Θα ήταν αδύνατο να μην είναι.

rejected: Το 1979 αποτελέσατε ιδρυτικό μέλος της Πειραματικής Σκηνής Τέχνης, η οποία επιτυχημένα λειτουργεί μέχρι και σήμερα, έχοντας ελάχιστη εμπειρία στο «χώρο». Πώς γεννήθηκε η ιδέα για την ίδρυση μιας τέτοιας σκηνής;

Έ.Σ.: Ήμασταν δύο τάξεις της δραματικής σχολής του Κρατικού Θεάτρου, την οποία τότε διεύθυνε ο Νικηφόρος Παπανδρέου. Εγώ τελείωσα μια χρονιά νωρίτερα από τα υπόλοιπα μέλη, μέσα στα οποία ήταν ο Νίκος Σεργιανόπουλος, η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη και ο Χρήστος Αρνομάλλης. Όταν, λοιπόν, τελειώσαμε τη δραματική σχολή, γεννήθηκε μια κοινή ανάγκη να συνεχίσουμε να δουλεύουμε μαζί. Τότε ο Παπανδρέου πρότεινε να κάνουμε μια ομάδα. Εντελώς αθώα και τρελά, χωρίς καμία προοπτική συνέχειας. Είπαμε απλά να κάνουμε ένα έργο. Φωνάξαμε και τον Κόλιν Χάρις και δημιουργήσαμε την πρώτη μας παράσταση που ήταν το «Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας». Ήρθε έπειτα μια δεύτερη, μια τρίτη και φτάσαμε στο σήμερα. Ούτε στα πιο τρελά μας όνειρα μπορούσαμε να φανταστούμε τη συνέχεια που θα έχει αυτό γιατί υστερούσαμε σε εμπειρία και χρήματα. Απλώς βρισκόμασταν σε μια εποχή, στην οποία υπήρχε το ΚΘΒΕ και το Θεατρικό Εργαστήρι της "Τέχνης, αλλά άρχισαν να δημιουργούνται και διάφορες ομάδες, όπως η Πειραματική Σκηνή, η Επιθεώρηση Δραματικής Τέχνης της Πατεράκη και το Καφεθέατρο του Φούλη Μπουντούρογλου και της Δέσποινας Πανταζή.

Ήταν μια εποχή που ήταν όπως είναι και το εναλλακτικό θέατρο σήμερα, απλά με άλλους όρους. Ήμασταν πολύ τυχεροί, καθώς πολύ γρήγορα τέθηκε σε ισχύ ο θεσμός των επιχορηγήσεων και η Πειραματική Σκηνή πήρε αμέσως επιχορήγηση. Για να καταλάβετε, γύρω στο 1986 πήγαμε στην Αθήνα να παίξουμε τέσσερα έργα σε ένα φεστιβάλ, το οποίο διοργάνωσε ο Νίκος Αρμάος και είχαμε ένα τριαξονικό για να κουβαλήσουμε τα σκηνικά. Ενώ, όταν κάναμε περιοδεία με το «Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας», είχαμε το μικρό αυτοκίνητό μου και μια σχάρα, πάνω στην οποία βάζαμε όλα τα πράγματα. Κάπως έτσι φτάσαμε στο σήμερα, με 36 χρόνια λειτουργίας. Βέβαια, με την κατάργηση των επιχορηγήσεων τα πράγματα άλλαξαν άρδην. Κάποιοι πιστεύουν πως η μεγάλη απώλεια είναι το «Αμαλία». Φυσικά και είναι απώλεια, όμως η πραγματική απώλεια αφορά ολόκληρο το χώρο του θεάτρου.

Έφη Σταμούλη

rejected: Διδάσκετε στο Τμήμα Θεάτρου του ΑΠΘ. Ποια είναι η άποψή σας για την ποιότητα, την προοπτική και το μέλλον των μαθητών σας;

Έ.Σ.: Τα νέα παιδιά που αποφοιτούν, μπαίνουν σε μια αβεβαιότητα μακράν μεγαλύτερη απ’ αυτήν που είχαμε όταν αποφοιτούσαμε εμείς. Μπορεί να έχουν την ορμή, τη ζωντάνια και τον ενθουσιασμό για να εργαστούν και να δημιουργήσουν, έχουν όμως και τη βεβαιότητα της ανεργίας ή πως δεν θα πληρώνονται απ’ τη δουλειά τους. Το θέατρο πάντοτε αποτελούσε μια τέχνη την οποία δεν κάνει κάποιος για τα χρήματα, αλλά τώρα πλέον αποτελεί ένα χόμπι. Είναι σχεδόν αδύνατο στις μέρες μας να βιοπορίζεται κάποιος αποκλειστικά από το θέατρο. Από την άλλη, πιστεύω πως έχει αλλάξει ριζικά το θεατρικό τοπίο με τους απόφοιτους του Τμήματος Θεάτρου κι όχι μόνο της Θεσσαλονίκης. Το 1992 δέχτηκε τους πρώτους του φοιτητές, το 1997 βγήκαν οι πρώτοι απόφοιτοι και πλέον υπάρχει μια πολύ μεγάλη γκάμα σημαντικών ανθρώπων του θεάτρου, οι οποίοι είναι απόφοιτοι αυτού του τμήματος. Σ’ αυτήν την παράσταση ας πούμε, η Χριστίνα Χατζηβασιλείου, η Όλγα Χατζηιακώβου και η Μαρία Λαζαρίδου, είναι όλες απόφοιτοι του Τμήματος Θεάτρου του ΑΠΘ. Η αλλαγή του τοπίου του θεάτρου οφείλεται στο γεγονός πως το Τμήμα Θεάτρου έχει κατευθύνσεις –άτυπες- σκηνοθεσίας, υποκριτικής, ενδυματολογίας, φωτισμού, και το βασικότερο: «φτιάχνει» ανθρώπους του θεάτρου. Τελειώνοντας κάποιος, έχει μια πολύ σφαιρική αντίληψη των δυνατοτήτων που έχει ένας άνθρωπος του θεάτρου, ανεξάρτητα με ποιο κομμάτι του θεάτρου θα ασχοληθεί τελικά. Και αυτό είναι πολύ σημαντικό.

Είναι μοναδικό συναίσθημα το να σε σκηνοθετούν οι μαθητές σου.

rejected: Συνεργάζεστε πλέον στο θέατρο και με πρώην φοιτητές σας;

Έ.Σ.: Εδώ και αρκετά χρόνια και αυτό μου αρέσει πάρα πολύ. Και δεν σημαίνει μόνο πως εγώ τους σκηνοθετώ και τους καθοδηγώ –όπως για παράδειγμα στην «Οδύσσεια»- το οποίο είναι μια μορφή συνέχισης του μαθήματος, αλλά το πραγματικά ενδιαφέρον είναι όταν αυτοί με σκηνοθετούν. Αυτό συμβαίνει εδώ και χρόνια με πολλούς πρώην φοιτητές μου, όπως ο Γιάννης Μόσχος, ο Τάσος Αγγελόπουλος και η Χριστίνα Χατζηβασιλείου. Είναι μοναδικό συναίσθημα το να σε σκηνοθετούν οι μαθητές σου.

Έφη Σταμούλη

rejected: Κατά τη διάρκεια της καριέρας σας έχετε ερμηνεύσει περίπου 100 διαφορετικούς ρόλους. Θα ξεχωρίζατε κάποιον απ’ αυτούς τους ρόλους;

Έ.Σ.: Είναι περίεργο που το λέω, όμως πιστεύω πως ό,τι πιο δύσκολο έχω κάνει είναι η Μπέλλου. Αυτό, γιατί πρόκειται για ένα εξαιρετικά οικείο πρόσωπο μιας και όλοι την ξέρουν, δεν πρόκειται, δηλαδή, για ένα μυθικό πρόσωπο. Η δυσκολία ήταν πως δεν εκκρεμούσε να τη μιμηθώ, όμως δεν μπορούσα να λειτουργήσω και εντελώς αυθαίρετα. Έμοιαζε επίσης και ο ρόλος με τον τελευταίο που υποδύθηκα στην «Βασίλισσα της ομορφιάς», καθώς επρόκειτο για τον ρόλο μιας ηλικιωμένης γυναίκας, ανήμπορης και δυσκολεύτηκα πάρα πολύ να «φύγω» από τη μια σωματική συμπεριφορά και να πάω σε μια άλλη. Τέλος, ήταν μεγάλος και ο όγκος του κείμενου. Πρόκειται για ένα κείμενο σχεδόν μονολογικό και πραγματικά η δυσκολία που αντιμετώπισα ήταν μεγάλη. Τώρα, υπάρχουν κάποιοι ρόλοι που θυμάμαι με πολλή νοσταλγία, αλλά συνήθως δεν είναι οι ρόλοι. Είναι οι παραστάσεις. Για παράδειγμα μια παράσταση που θεωρώ από τις καλύτερες και πιο επιτυχημένες της Πειραματικής, ήταν το «Κάτω από το Γαλατόδασος» του Ντίλαν Τόμας, το 1990 κάτι. Δυσκολεύομαι να απαντήσω στην ερώτηση, καθώς συμβαίνει να θυμόμαστε τα πιο πρόσφατα. Όχι επειδή είναι πιο σημαντικά, αλλά επειδή είναι πιο νωπά στην μνήμη.

rejected: Πιστεύετε πως οι νέοι ηθοποιοί έχουν την ίδια γνώση και το ίδιο ταλέντο σε σχέση με τις παλαιότερες γενιές;

Έ.Σ.: Πολύ περισσότερο. Έχουν γνώσεις που δεν είχαμε εμείς και ενός άλλου είδους εκπαίδευση, πολύ πιο συστηματική και ουσιαστική από τη δική μας. Συχνά λέω πως οι νέοι ηθοποιοί είναι «ζογκλέρ»: χορεύουν, τραγουδάνε, ερμηνεύουν. Εμείς τότε, μαθαίναμε ένα πολύ πιο λογοκεντρικό θέατρο. Αυτή τη στιγμή έχει αλλάξει πάρα πολύ η εκπαίδευση προς το καλύτερο. Θεωρώ πως η Ελλάδα έχει πολύ καλούς ηθοποιούς και ακόμη καλύτερους νέους ηθοποιούς.

Έφη Σταμούλη

Αισθάνομαι πως την μελέτησα. Μελέτησα το σώμα της, το πρόσωπό της, τις κινήσεις της, τον τρόπο που τραγουδούσε, το γεγονός πως δεν κοιτούσε ποτέ όταν τραγουδούσε το κοινό.

rejected: Καλείστε να ερμηνεύσετε το ρόλο της Σωτηρίας Μπέλλου. Μιας γυναίκας με πολυτάραχη ζωή. Ποιες ήταν οι βασικότερες δυσκολίες που αντιμετωπίσατε;

Έ.Σ.: Εγώ αρχικά ήξερα πέντε πράγματα. Πλέον, έχω μείνει άφωνη με το φαινόμενο Μπέλλου. Υπάρχει ένα τεράστιο υλικό προς μελέτη για την Μπέλλου. Πέρα από το ίδιο το κείμενο της Σοφίας Αδαμίδου, ήταν μεγάλη τύχη το γεγονός πως η ίδια έγραψε και τη βιογραφία της Μπέλλου. Από τη βιογραφία και μόνο αντλήσαμε πάρα πολλά στοιχεία. Μια μεγάλη πηγή πληροφοριών για την Μπέλλου είναι, επίσης, το ίντερνετ. Υπάρχουν πολλές συνεντεύξεις και αφιερώματα που έχουν κάνει στην Μπέλλου, είτε όσο ζούσε είτε μετά, τα οποία παρακολούθησα για ατελείωτες ώρες. Άκουσα, επίσης, πάρα πολύ τα τραγούδια της, παρόλο που –ευτυχώς- δεν τραγουδάω εγώ στην παράσταση. Αισθάνομαι πως την μελέτησα. Μελέτησα το σώμα της, το πρόσωπό της, τις κινήσεις της, τον τρόπο που τραγουδούσε, το γεγονός πως δεν κοιτούσε ποτέ όταν τραγουδούσε το κοινό. Γενικότερα και στις συνεντεύξεις της δεν κοιτούσε εύκολα το φακό. Το πιο δύσκολο, βέβαια, ήταν να κατανοήσω το θυμό της –επρόκειτο για μια πάρα πολύ θυμωμένη γυναίκα-, τις πολύ ευαίσθητες πλευρές του χαρακτήρα της που τις έκρυβε και εμφανιζόντουσαν σαν μικρές αναλαμπές είτε σε ένα βλέμμα, είτε μέσα από τα λόγια της, είτε από τον τρόπο που άλλαζε η ματιά της, είτε όταν συγκινείται και αλλάζει εντελώς οπτική και εστίαση. Ήταν μια απίστευτα αντισυμβατική γυναίκα. Αισθάνομαι πως ήταν ένα άνθρωπος που ό, τι σκεφτόταν το έλεγε. Αυτό που λέμε «τα ’χωνε». Δεν την απασχολούσε τι λέει ο κόσμος και γιατί το λέει. Δεν είχε καμία δεύτερη σκέψη σε όσα έκανε. Επρόκειτο επίσης για μια γυναίκα με πάρα πολύ έντονα πάθη. Είναι γνωστό πως είχε πάθος με τον τζόγο. Έπαιζε ζάρια μέχρι την τελευταία στιγμή που βρισκόταν στο νοσοκομείο. Υπέγραφε η ίδια, έβγαινε τα βράδια και έπαιζε ζάρια ή φώναζε κόσμο, κλειδωνόταν στο νοσοκομείο και έπαιζε. Νοσηλεύτηκε δύο φορές στο ψυχιατρείο. Ήταν αλκοολική, είχε πολύ μεγάλους έρωτες – όχι μόνο με γυναίκες, αλλά και με άντρες- παντρεύτηκε πολύ νέα, έριξε βιτριόλι στον πρώτο της άντρα, μπήκε φυλακή. Είναι δηλαδή ένα μωσαϊκό ενός ανθρώπου που δεν ξέρεις από πού να τον πιάσεις. Εγώ ξεκίνησα από μια λεπτομέρεια, η οποία μου προξένησε τρομερή εντύπωση όταν τη συνειδητοποίησα. Η Μπέλλου καταγόταν από εύπορη οικογένεια, αποφάσισε από πολύ μικρή πως θέλει να γίνει τραγουδίστρια, παντρεύτηκε, φυλακίστηκε και μια μέρα αποφάσισε να παρατήσει τη ζωή και την οικογένειά της, να φύγει και να πει «Εγώ μια μέρα θα γυρίσω εδώ μεγάλη και τρανή». Η ημέρα που επέλεξε να φύγει ήταν μια μέρα μετά την κήρυξη του πολέμου. Αυτό για μένα αποτέλεσε το σημείο εκκίνησης: το να αφήσεις τα πάντα και να ξεκινήσεις χωρίς τίποτα για την Αθήνα στις 29 Οκτωβρίου του 1940. Στόχος μου ήταν να μελετήσω την ψυχολογία ενός ανθρώπου που είναι ικανός να το κάνει αυτό. Από κει και πέρα ξετυλίχτηκε ένα νήμα… ατελείωτο.

Έφη Σταμούλη

rejected: Λένε πως όταν ένας ηθοποιός ερμηνεύει για μεγάλο χρονικό διάστημα ένα ρόλο, σιγά-σιγά μετατρέπεται στο ρόλο που υποδύεται. Σας συνέβη κάτι ανάλογο;

Έ.Σ.: Όχι, δεν το πιστεύω εγώ αυτό. Πιστεύω πως ένας ηθοποιός παίζει πάντα και το εννοώ με την έννοια του παιχνιδιού. Αν αυτό δεν το βιώνεις έτσι, μετατρέπεται σε κάτι ψυχωτικό και με τρομάζει. Πρέπει να μπορείς να μπαίνεις στο ρόλο κι όταν έρθει ή ώρα να βγεις από αυτόν. Αυτό για μένα σημαίνει να συγκεντρώνομαι -και όχι να αυτοσυγκεντρώνομαι- δηλαδή να μπορώ να σου μιλάω τώρα ως Έφη κι όταν έρθει η ώρα, με ένα «κλικ» να γίνω ο ρόλος μου. Όταν τελειώνει, τελείωσε. Δεν πιστεύω καθόλου σε αυτήν την ταύτιση. Δεν το καταδικάζω. Εξαρτάται απ’ τον τρόπο που βιώνει ο κάθε ηθοποιός τη δουλειά του και πώς αισθάνεται καλύτερα μέσα σ’ αυτήν. Για παράδειγμα, όταν διάβασα τη βιογραφία του Ντάνιελ Ντέι Λιούις, έλεγε πως μετά το πέρας των παραστάσεων, έπαιρνε το ρόλο του μαζί του για μήνες. Εμένα δε μου έχει συμβεί ποτέ αυτό.

Έφη Σταμούλη

rejected: Υπάρχουν κάποια στοιχεία στον χαρακτήρα της Μπέλλου που εντοπίζονται σε εσάς;

Έ.Σ.: Δεν το νομίζω. Αν μπορώ να πω κάτι, το οποίο όμως θεωρώ αρκετά επουσιώδες, είναι πως είχε –όπως κι εγώ- πολύ πείσμα. Είμαι επίσης εργασιομανής. Δεν ξέρω πόσο εργασιομανής ήταν η Μπέλλου, ξέρω όμως πως όταν ήταν να τραγουδήσει «έμπαινε» μέσα σ’ αυτό και το έκανε. Άλλα στοιχεία, όμως, δεν νομίζω. Δεν το σκέφτηκα και ποτέ!

Η Μπέλλου είχε μια φοβερή ανάγκη για ζωή. Την αγαπούσε τη ζωή, τη λάτρευε...
Πρόκειται για γυναίκα πραγματικά χτυπημένη από τη μοίρα, η οποία όμως μέχρι τελευταία στιγμή παλεύει για ζωή.

rejected: Τι μηνύματα πιστεύετε πως περνάει η ζωή και η προσωπικότητα της Μπέλλου μέσω της παράστασης, στον σύγχρονο θεατή;

Έ.Σ.: Η Μπέλλου είχε μια φοβερή ανάγκη για ζωή. Την αγαπούσε τη ζωή, τη λάτρευε. Λόγω του ότι πέρασε πάρα πολλές δυσκολίες εξαιτίας ιστορικών γεγονότων –κατοχή, δεκεμβριανά, πόλεμος-, περιόδων καλλιτεχνικής αφάνειας, πολλών προσωπικών προβλημάτων και της τραγικής ειρωνείας πως έπαθε καρκίνο στο λάρυγγα και έχασε τη φωνή της. Η παράσταση μάλιστα, εκτυλίσσεται στο νοσοκομείο που νοσηλευόταν, μια μέρα πριν την εγχείρηση. Πρόκειται για γυναίκα πραγματικά χτυπημένη από τη μοίρα, η οποία όμως μέχρι τελευταία στιγμή παλεύει για ζωή. Αν, λοιπόν, μπορώ να κάνω έναν παραλληλισμό με το σήμερα είναι πως το πείσμα για ζωή μπορεί να μας δώσει μια ακτίνα ελπίδας μέσα στο ζόφο τον οποίο ζούμε. Και δεν αναφέρομαι στην κρίση, αναφέρομαι στο μεταναστευτικό και το προσφυγικό ζήτημα, το οποίο κάνει την κρίση –κατά τη γνώμη μου- να μοιάζει στραγαλάκι.

Έφη Σταμούλη

rejected: Ας κλείσουμε ευχάριστα με το αγαπημένο σας τραγούδι της Μπέλλου.

Έ.Σ.: Α, πολύ εύκολη είναι αυτή η ερώτηση. Το αγαπημένο μου είναι το «Τα σπίτια είναι χαμηλά». Όταν συζητούσαμε με τη σκηνοθέτη, ποια τραγούδια θα μπουν και με ποια σειρά, της είπα: «Δεν ξέρω τι θα μπει και πώς θα μπει, αλλά αυτό θα μπει». Είναι ένα τραγούδι το οποίο χτυπούσε πάντα μέσα μου μια ευαίσθητη χορδή. Η Μπέλλου όμως έχει πάρα πολύ ωραία κομμάτια. Βασικά, πιστεύω πως δεν έχει κακό κομμάτι.

Έφη Σταμούλη

συνέντευξη | νίκη ζερβού
φωτογραφίες | τάσος θώμογλου
επιμέλεια | αλέξανδρος κόγκας + ιάκωβος καγκελίδης