R

e

j

e

c

t

e

d

W

r

i

t

i

n

g

image

Η Μπαμπαλίνα και η αγγόνα της

Πασχαλινό τραπέζι στο χωριό

Η κυρά-Μπαμπαλίνα άνοιξε την πόρτα του χαμόσπιτού της και άρχισε να σκουπίζει προσεκτικά την αυλή της.

Από το απέναντι παράθυρο πρόβαλλε το κεφάλι της Ζαχάρως, της μεγαλύτερης κουτσομπόλας του χωριού. Κοίταξε τη γειτόνισσά της και ύστερα φώναξε:
-Ούι, ωρή Μπαμπαλίνα… που είσι μαρ βρώμου; Το βαλες το αρνί στη σούβλα να γίνεται ή ξιέσαι και οι μουσαφιραίοι θα τρώνε τα νύχια τους;
-Ευχαριστώ πολύ… Αληθώς Ανέστη… ναι ήταν πολύ ωραία. Είδαμε ούλο το χωριό. Και του χρόνου να ‘μαστε γεροί… τη νεωκόρα δεν είδα, πάλι θα τραβιέται με κανέναν πίσω από την εκκλησία. Αλλά δε βαριέσαι, ό,τι ξέρει να κάνει ο καθένας.

single photo Η γειτόνισσα στράβωσε με την απάντηση.
-Γιατί με ευχαριστείς και τι είναι αυτά που λες, μωρή κουκουμάφκα; Σου κρένω για να μάθω αν είναι όλα έτοιμα για το τραπέζωμα.
-Δεν ξέρω. Τι να σου πω… Πάντως εγώ που την αντάμωσα εψές στην εκκλησιά μια χαρά ήταν η Τούλα του Ζουρμπάλα. Φορούσε ένα φόρεμα με κάτι ήλιους κροκί πάνω και δύο μεγάλους κόκκινους φιόγκους κάτω από τα βζα της. Ακούς εκεί το σαλάδι, γριά γυναίκα τι πήγε και ντύθηκε. Σα σακί της καθόταν της δόλιας. Καλά κι αύτη η φαλκονέρα βοΐδεψε από τα πέρσι που τη θώρησα για στερνή φορά..
-Μπαμπαλίνα κουφάθκες τελείως ή ζαβλακώθκες; Αν ψήσατε σου κρένω. Έγινε έξαλλη η Ζαχάρω και με έντονες κινήσεις άρχισε να της αναπαριστά αυτό που τη ρωτούσε.
-Ααα τώρα κατάλαβα. Με πρόδωσαν τα αυτιά μου. Δεν ακούω ντιπ. Το αρνί το έβαλε ο Τάκης από τα χαράματα. Ευτυχώς που φέτος πήραμε μηχάνημα και γυρνάει από μόνο του το ψητό. Πέρσι μου ‘χαν φύγει τα χέρια. Και δώστου σβούρες, και δώστου στροφές το αρνί, ξεγοφιάστηκα η ρουφιάνα. Τι τα θυμήθηκα όμως τώρα και συγχύστηκα η Χριστιανιά. Ο Τάκης μονάχα καθόταν κι έπινε. Κι άντε εγώ με το ένα χέρι να γυρνάω τη σούβλα και με το άλλο να διώχνω τις σαρκοβόρες τις μύγες που με ζούρλαναν. Να μ’ έβλεπες από μακριά θα ‘λεγες ποια είναι αυτή η σαλιά που χτυπιέται μονάχη της με τις μυγοσκοτώστρες. Αλλά τι τα θες; Φέτος το ξεκαθάρισα ή τα κάνει όλα ο Τάκης ή τίποτε. Τ΄ άκουσα εγώ στην τηλιόραση που έλεγαν για ένα φημινισμό. Έτσι πρέπει να λέγεται, δεν θυμούμαι. Άργησα, αλλά πάτησα κι εγώ ποδάρι. Ακούς εκεί θα μας καβαλήσει ο Τάκης ο Μπάμπαλος που αν τον αφήσω θα ψοφήσει και θα βρωμήσει, ο σαπιοκοιλιάς.

Η κυρά-Ασπασία ή Μπαμπαλίνα, όπως ήταν γνωστή στο μικρό ορεινό χωριό όπου κατοικούσε, είχε μεγαλώσει πολύ. Με μεγάλη δυσκολία έσερνε τα πόδια της στην πέτρινη αυλή του φτωχικού της, που το έζωναν τα πλατάνια και οι κισσοί. Ένιωθε ότι ο ήλιος της ζωής της έγερνε γλυκά πάνω από τη λίμνη της λήθης, χρωματίζοντάς την με ένα υπέροχο χρώμα τριανταφυλλί. Κι ας ήξερε ότι η δύση ήταν κοντά, δεν τα παρατούσε. Κάθε πρωί άνοιγε τα παραθυρόφυλλα και στεκόταν στο φως. Έκλεινε νωχελικά τα μάτια και άφηνε τον αγέρα να τη φιλήσει τρυφερά στα ρυτιδιασμένα μάγουλα.

Ό,τι πιο σημαντικό είχε στη ζωή της ήταν η μοναχοκόρη της και η εγγονή της. Τα τελευταία χρόνια ζούσαν μόνιμα στο εξωτερικό λόγω των σπουδών της μονάκριβης εγγονής της και γι’ αυτό είχε καιρό να τις ανταμώσει. Αλλά σήμερα ήταν μια ξεχωριστή μέρα. Θα έρχονταν να την δουν οι δύο της άγγελοι. Σαν να άνοιξαν οι ουρανοί και χιλιάδες ηλιαχτίδες ξεχύθηκαν στον κόσμο για να φωτίσουν την ταλαιπωρημένη της καρδιά. Μόνο αυτό περίμενε. Μόνο γι’ αυτό ζούσε.

Με τη βοήθεια του άντρα της, ετοίμασε το τραπέζι και ύστερα στάθηκε πίσω από το μεγάλο ξύλινο παράθυρο και περίμενε. Το αυτοκίνητο δεν άργησε να φανεί. Αμέσως έτρεξε να τους προϋπαντήσει.

single photo -Φτου φτου, τι κούκλα που έγινες αγγόνα μου, μη σε βασκάνω.
Η εγγονή έτρεξε και χώθηκε στη γέρικη αγκαλιά και μετά ευχήθηκε φωναχτά:
-Χριστός Ανέστη!
-Ααα, για τον ασβέστη λες; Ο παππούς σου ο ανεπρόκοπος πήρε να ασπρίσει τα τοίχια και μου το κατάντησε γιαπί.
-Πόσο μου έλειψες γιαγιά μου! Σε σκέφτομαι συνέχεια. Μετρούσα τις μέρες αντίστροφα να έρθουμε Ελλάδα για να σε δω.
-Έτσι είναι… τι τα θες όμως; Σάμπως αυτός θα καθαρίσει; Που με πήρε όμορφη σα μανεκέν και με κατάντησε φακλάνα.
Πριν προλάβει να ολοκληρώσει τη φράση της, η κόρη της όρμησε στην αγκαλιά της και τη φιλούσε ακατάπαυστα. Κοιτάχτηκαν στα μάτια και δάκρυσαν. Ύστερα σφιχταγκαλιασμένες κατευθύνθηκαν στο γιορτινό τραπέζι. Όλοι πήραν τις θέσεις τους.

Η κυρά-Μπαμπαλίνα σηκώθηκε όρθια. Πήρε μια βαθιά ανάσα και άρχισε:

Από τότε που ξενιτευτήκατε στα εξωτερικά έχω ένα παράπονο. Με λησμονήσατε και κάνω μαύρα μάτια να σας ανταμώσω. Δε με πικραίνει όμως τόσο, γιατί αυτό που λαχτάραγα πάντα ήταν να σας δω να προκόβετε. Πρώτα εσένα θυγατέρα μου και μετά την εγγόνα μου. Εγώ όπως ξέρετε σχολείο δεν πήγα και γράμματα δε βόλεσα να μάθω. Ούτε τη τζίφρα μου δεν κατάφερα να κάνω. Όμως ένα πράμα μου ‘μαθε η ζωή κι αυτό το ξέρω καλά. Δεν πρέπει να το βάζεις ποτέ κάτω και πάντα να προσπαθείς να γίνεσαι καλύτερος και καλύτερος. Κι άμα νιώθεις ότι αποκάμνεις και οι δυνάμεις σου σε παρατάνε, βάλε κι άλλο πείσμα. Πάλεψε περισσότερο και θα ανταμειφθείς. Γι’ αυτό κι εγώ καμαρώνω για σας. Γιατί για σένα κόρη μου αγρύπνησα και μόχθησα σκληρά και τώρα σε βλέπω σωστή μητέρα. Σε ευχαριστώ λοιπόν που ήσουν ή καλύτερη κόρη, με αγάπησες και μου χάρισες αυτό το υπέροχο εγγόνι. Κι εσένα με τη σειρά σου που είσαι εγγονή μου και δύο φορές παιδί μου, θέλω να σε ευχαριστήσω διπλά. Πρώτα, γιατί φύτρωσες στη ζωή μου και τα φώτισες όλα. Μου έδωσες πάλι ζωή. Όταν τα προβλήματα με έριχναν στο κρεβάτι σκεφτόμουν εσένα και έπαιρνα θάρρος. Και δεύτερον, σ’ ευχαριστώ που με έκανες περήφανη γιαγιά και πρόκοψες στα ξένα… Τώρα είσαι σωστή γυναίκα. Η ζωή είναι μπροστά σου όλη και σε φωνάζει να τη γευτείς. Εγώ την έφαγα με το κουτάλι. Μόνο μια χάρη θέλω από σένα. Όχι αυτά τα χαζά που λένε οι άλλοι: να παντρευτείς να κάνεις παιδιά και τέτοια. Αυτό που σου ζητάω μέσα από την καρδιά μου είναι να μην τα παρατήσεις ποτέ και να γίνεσαι όλο και καλύτερος άνθρωπος.

single photo -Στην τελευταία λέξη εισέπνευσε βαθιά. Με μια απότομη κίνηση κάθισε ανάμεσα από την κόρη και την εγγονή της. Τις έσφιξε στην αγκαλιά της. Κανένας δεν ήθελε να μιλήσει. Άφησαν τα δάκρυα ελεύθερα να χαρακώσουν τα μάγουλα. Η γιαγιά κοίταξε τον άντρα της βαθιά στα μάτια και σαν να του έγνεψε. Ύστερα άρχισε να αναπνέει βαριά. Οι σφυγμοί της έγιναν όλο και πιο αργοί, μέχρι που πάγωσαν στο ρολόι του χρόνου. Το κεφάλι έγειρε μπροστά. Τα μάτια σφάλισαν. Ήταν η πιο ευτυχισμένη μέρα της ζωής της.

κείμενο | κωνσταντίνος_γοργολίτσας
επιμέλεια | αλέξανδρος_κόγκας+ιάκωβος_καγκελίδης