Περήφανη μέρα

Έχει μια περηφάνια αυτή η Κυριακή. Οριοθετεί νίκες και κλείνει κύκλους. Θεριεύει την άνοιξη και προοικονομεί περιπετειώδεις μεγάλες εβδομάδες.
Έχει μια ηγετική μορφή αυτή η Κυριακή. Ξυπνάς και γνωρίζεις πως όλα μπορούν να αναγνωριστούν. Όλα μπορεί και μεμιάς σε ένα βράδυ να τελειώσουν.

Επιστροφή από την πρωινή θεία λειτουργία για ηλικιωμένες κυρίες, που κάνουν στάση για καφέ, να πούνε τα νέα του γαμπρού της μιας και της νύφης της… αλληνής που ζούνε "ντράβαρα" . Συν τοις άλλοις, να "πουλήσουν μούρη" η μία στην άλλη, για τις πασχαλιάτικες προετοιμασίες. «Σου πέτυχε φέτος η πρώτη φουρνιά από τσουρέκια;»… "Αυτό το κουλουράκι να ΄ναι άραγε νηστίσιμο, που έφερε το γκαρσόνι μαζί με τον διπλό ελληνικό;"...
"Απόψε, Μαριλένα είναι η τελευταία παράσταση. Θα πάμε "κορίτσια" που είναι η μοναδική μας ευκαιρία σήμερα το απόγευμα;", λέει η ατίθαση γιαγιά στην συνομήλικη ομήγυρη.

κείμενο | γιώργος παπανικολάου */* φωτογραφίες | τάσος θώμογλου */* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης + αλέξανδρος κόγκας
Μετά Βαΐων και Θεάτρων

Έχει μια περηφάνια αυτή η Κυριακή. Το "σώσε" θα γίνει στη τελευταία παράσταση στο θέατρο. Τι και πώς, την περίμενε όλος ο θίασος τούτη τη λήξη και τώρα που ήρθε, μια πίκρα στα χείλη κι ένα "αχ" ζωσμένο μέσα στην καρδιά, δεν θέλει τον αποχωρισμό. Κι ας πρέπει "εθιμοτυπικά" να γίνουν όλες οι πλάκες επί σκηνής. O Νικηφόρος δεν θέλει να κάνει καμία πλάκα σε κανένα συνάδελφο πάνω στο σανίδι. Έχει στο ραδιοφωνάκι του, τον αγώνα του ΠΑΟΚ, λύτρωση στο άγχος της τελευταίας βραδιάς και το μόνο που θέλει είναι να φύγει, να χωθεί σε κάποιο μπαρ και να χτυπήσει δυο σφηνάκια να στανιάρει.

Ήρθε στο καμαρίνι με τον άδειο σάκο του να μαζέψει τα υπάρχοντά του.
Δεν τον νοιάζει πια, να πει σωστά το κείμενο. Όλο το χειμώνα ίδιο άγχος και πρεμούρα. Όχι απόψε. Απόψε, ας μιλήσει η παράσταση μόνη της -εκείνος θα είναι ρομποτάκι.
Αύριο έχει οντισιόν, την τρίτη κατά σειρά για το καινούργιο έργο που θα παιχτεί στην πόλη και θέλει να τα καταφέρει. Ο σκηνοθέτης και ο ρόλος τον έχουν στοιχειώσει.

Στο καμαρίνι διαβάζει μισή ώρα πριν τη τελευταία παράσταση, διαβάζει για την αυριανή οντισιόν:
«Τελευταία, δεν ξέρω γιατί, έχω χάσει το κέφι μου. Αισθάνομαι ότι ολόκληρη η γη είναι μια τυφλή απόληξη. Ένα τεράστιο ακρωτήρι. Άγονο. Γυμνό από σκοπό. Κι ακούστε! Ο υπέροχος ουρανός κι ο αέρας. Αυτός ο σπουδαίος ουρανός που κρέμεται από το πουθενά. Αυτό το μεγαλειώδες ταβάνι που το στολίζει φωτιά από χρυσάφι. Για μένα. Δεν είναι τίποτα. Τίποτα παραπάνω από θάνατος».

Έπειτα ντυμένος, «μακιγιαρισμένος», ρίχνει μια λεπτομερή ματιά στο καθρέφτη του, λίγο πριν πατήσει πάνω στο σανίδι. Πάλι τον ζώνουν τα λόγια του αυριανού κειμένου και χαμογελά στον εαυτό του… «Ο άνθρωπος. Τόσο ευγενής, που η λογική καταδέχεται να τον ορίζει. Τόσο ικανός. Αμέτρητος στη μορφή. Ασυναγώνιστος στις κινήσεις. Αψεγάδιαστος στο τρόπο. Σαν άγγελος. Σαν σύλληψη. Σαν θεός. Στο κόσμο υπάρχει ομορφιά, γιατί υπάρχει ο άνθρωπος. Το τελειότερο δείγμα ζωής. Το τέλειο ζώο».

Μετά Βαΐων και Θεάτρων

Η παράσταση ξεκινά. Η Μαριλένα με όλες τις φίλες της, στην πέμπτη σειρά της πλατείας του θεάτρου με λουλακί μαλλί ασορτί όλες και αγωνία στο μάτι, με υποψία βλέμματος μικρής οθόνης παρακολουθούν την παράσταση. Κυριακή των Βαΐων. Ένας φωτεινός άνθρωπος εισρέει στο «σύμπαν» με τιμές ηγέτη το πρωί και το ίδιο βράδυ αμφισβητείται από τους πάντες. Αυτός. Ο ίδιος.

Κυριακή των Βαΐων. Ένας μικρός Χριστός ξεκινά από το σκοτάδι και βγαίνει στο φως ενός έργου. Φινάλε. Χειροκρότημα. Και πάλι σκοτάδι.

«Η τιμιότητα προάγει την ομορφιά. Η ομορφιά άγει την τιμιότητα. Η τιμιότητα άγεται από την ομορφιά. Η τιμιότητα σέρνεται. Η ομορφιά νικά τη τιμιότητα. Κάποτε φαινόταν παράλογο αυτό. Όχι πια.»

Εκνευρίζεται ο Νικηφόρος που δεν μπορεί να αποστηθίσει πλήρως το κείμενο. Χάνει και η ομάδα του στο ραδιόφωνο και τα παίρνει στο κρανίο. Ταυτόχρονα επαναφέρεται στην «τάξη» της πραγματικότητας. Αποχαιρετά, έναν-έναν τους συναδέλφους. Αγκαλιές, κάτι ψιλοβουρκώματα. Παράσταση ήταν, πάει, πέρασε, φτερούγισε στον αέρα και όποιος θα την θυμάται πια, μόνο αυτός θα έχει «κεκτημένο» στην καρδιά του. Όλα τα άλλα, σκόνη στον άνεμο…Και εκείνο το απόσπασμα στο κείμενο που μελετά, καλλιτέχνης ανάμεσα σε συναδέλφους.

Μετά Βαΐων και Θεάτρων

«Να είσαι πάντα φιλικός. Ποτέ διαχυτικός. Τους δοκιμασμένους φίλους κράτα τους κοντά. Να τους αφήνεις με γυμνά χέρια να αγγίζουν τη καρδιά σου. Αλλά ποτέ μην ξοδεύεις τα δικά σου σε χειραψίες ανόητες. Άκου τους πάντες. Μίλα σε λίγους. Να δέχεσαι τη γνώμη των άλλων. Να κρατάς για σένα τη δική σου κρίση. Φρόντισε οι συνήθειες να ταιριάζουν με την τσέπη σου. Μην υποκύπτεις στην υπερβολή. Ντύσου ακριβά. Όχι φανταχτερά. Η περιβολή χαρακτηρίζει τον αληθινό χαρακτήρα ενός άνδρα. Μα πάνω από όλα, να είσαι αληθινός με τον εαυτό σου. Πρώτα με τον εαυτό σου. Έτσι, θα σε κοιτάζουν οι άλλοι και θα βλέπουν αυτό που πρέπει να δουν».

Με τον σάκο του, φτάνει λίγο έξω από το σπίτι του. Ένα κεράκι ανάβει, στη διπλανή εκκλησία. Ναι. Κάτι τέλειωσε. Κάτι ξεκινά. Αύριο πρέπει και πάλι να πετύχει. Πρέπει και πάλι να τα καταφέρει. Η εκκλησία έχει μέσα κόσμο. Κάτι ψάλλουν μα εκείνος έχει στα αυτιά του, τραγούδι από τα «Κρίνα», με τα ακουστικά από το κινητό.

Μετά Βαΐων και Θεάτρων

Κοιτά τον ουρανό. Σχεδόν πανσελίζει το φεγγάρι και αισθάνεται πως… λες και τον προστατεύει. Χαζεύει την εκκλησία μέσα από τα δέντρα, δίπλα σε ένα παγκάκι με μια παρέα που δίπλα λέει τα δικά της και πίνει μπύρες. Του ΄ρχεται πάλι στο νου, το αυριανό κείμενο. Το παρατάει στο μυαλό του το κείμενο. Μια κοπέλα κάθεται δίπλα του και του ζητά ένα στριφτό. Εκείνος χαμογελά λάγνα και αρχίζει μια χαζοκουβέντα μαζί της-αφορμή για φλερτ. Για μια νύχτα. Νύχτα είναι και θα περάσει. Πέντε λεπτά μετά χαζολογάνε μα και πάλι λόγια του ρόλου του «παίζουν άσχημο παιχνίδι».

«Ο έρωτας είναι λουλούδι της άνοιξης. Όταν έρθει χειμώνας, το άρωμά του θα ΄ναι μόνο μια ανάμνηση. Εφήμερος ο έρωτας. Έτσι είναι η φύση. Το σώμα, η ψυχή κι ο νους μεγαλώνουν μαζί. Αγαπάω τώρα στα αλήθεια. Αγνά κι αμόλυντα. Με καθαρή ψυχή».
Άξαφνα μπροστά από το Νικηφόρο και το άγνωστο κορίτσι, έξω από την εκκλησία, περνά η πρωινή "γιαγιαδίστικη" παρέα και η Μαριλένα γυρνά και λέει "Αχ! Εσύ που έπαιζες απόψε στο θέατρο!....Συγχαρητήρια, δεν ξέρω το όνομά σου -με συγχωρείς, ευτυχώς προλάβαμε την τελευταία σας παράσταση. Καλέ, τι ωραία που παίζατε; Πώς το κάνετε κάθε βράδυ; Συγκινήθηκα. Μόνο τον εσπερινό που δεν προλάβαμε να πάμε, λόγω της παράστασης, παρέα με τα κορίτσια"...

Ο Νικηφόρος ενθουσιασμένος τους ευχαριστεί. «Τα κορίτσια» εμφανίστηκαν την τέλεια στιγμή, για να γυρίσει η κοπέλα και να ρωτήσει «έλα, ρε; ηθοποιός είσαι;».
Η απάντηση του Νικηφόρου ήρθε με αντερώτηση «πάμε να πιούμε στο μπαρ;».
Το κορίτσι κι ο Νικηφόρος φεύγουν χέρι-χέρι από το δασάκι της εκκλησίας.
«Οι κυρίες της αυλής», τα «κορίτσια» της τελευταίας mezzo παράστασης χαζομουρμουράνε για το «αν είναι η αρραβωνιαστικιά του και δεν πρόσεξαν αν φορούσε βέρα».

Μετά Βαΐων και Θεάτρων

Στο μπαρ, η κοπέλα του μιλάει για το αγαπημένο της έργο. Τον «Άμλετ». Αυτό το έργο του Σαιξπηρ, το αγάπησε χάρη στο αγόρι της που είναι σκηνοθέτης και -μάλιστα- αυτή την περίοδο κάνει οντισιόν.
Ο ηττημένος Νικηφόρος ξενερώνει.
Απόρριψη κι ατυχία αυτό το βράδυ.
Ένας «Άμλετ» στα σοκάκια της Θεσσαλονίκης, που το καντήλι της ζωής, δεν ξέρει τι θα του φέρει αύριο ως φως,..
Κι ο ήχος από τα Διάφανα Κρίνα, του φτιάχνει το soundtrack της νύχτας, καθώς αποχαιρετά το κορίτσι από το οποίο ήθελε να πιαστεί, να χαθεί στο βλέμμα και το κορμί της -μια νύχτα της αγάπης στο αγκίστρι…

Μετά Βαΐων και Θεάτρων

"Σαν μια βροχή από στάχτες σε μια οπάλινη θάλασσα
κύλησα στη ζωή σου κι έτσι όλα τα χάλασα
Έτσι απόμεινε εδώ ένας πέτρινος γίγαντας
ένα ολέθριο τίποτα κεντημένο απ’ τ’ άστρα σου.
Πόσο ακόμα θα υπάρχω στις ρακένδυτες μνήμες σου;
Πόσο ακόμα θα ψάχνω αιμορραγώντας με στίχους
την ανάσα απ’ το γέλιο σου, τους τριγμούς απ’ τα βήματα,
της αγάπης το τρέμουλο στους σπασμούς της φωνής σου;
Κυριακή των Βαΐων ανοιξιάτικο βράδυ…"

*απόσπασμα από τον ΑΜΛΕΤ σε μετάφραση Ιζαμπέλλας Κωνσταντινίδου και Χρήστου Θεοδωρίδη
** «Κυριακή των Βαΐων» από τα ΔΙΑΦΑΝΑ ΚΡΙΝΑ σε στίχους Παντελή Ροδοστόγλου

κείμενο | γιώργος παπανικολάου */* φωτογραφίες | τάσος θώμογλου */* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης + αλέξανδρος κόγκας