( μια μαρτυρία )

Στις 18 Μαΐου , μια ομάδα ελλήνων φοιτητών που είχαμε συγκεντρωθεί στην υπό κατάληψη Σορβόννη, αποφασίσαμε να ‘μπούμε’ κι εμείς στο κίνημα καταλήψεων και να καταλάβουμε το ελληνικό περίπτερο της Cité. Σχεδόν όλα τα ‘φοιτητικά σπίτια’ είχαν καταληφθεί από τους ενοίκους τους, με την ενίσχυση εξωτερικών φοιτητών ή εργαζομένων.

κείμενο | βάσια καρκαγιάννη – καραμπελιά */* επιμέλεια | τέλλος φίλης + τάσος θώμογλου

Τότε, ένας θερμοκέφαλος λίγο περίεργος - Σώχος το όνομα, έχει πεθάνει προ ετών- προσπαθούσε να μας πείσει πως πάση θυσία πρέπει να κόψουμε, πριν μπούμε στο περίπτερο, όλα τα καλώδια του τηλεφώνου και του ηλεκτρικού, να σπάσουμε τις κλειδαριές και τελικά να πετάξουμε βιαίως έξω το διευθυντή Γεωργουλη - κοινώς Μπαλού- μ’ όλα του τα υπάρχοντα, κυριολεκτικά απ’ το παράθυρο, γιατί ήταν λέει «χουντικός και χαφιές». Καθώς ήμουν το ένα από τα δυο άτομα της συνέλευσης – και έπειτα της ομάδας κατάληψης - που μέναμε στο Maison Grecque ( αδύνατο να θυμηθώ τον άλλο, ο ίδιος θα το πει φαντάζομαι προσεχώς ). Σηκώθηκα και είπα ότι αυτό δεν ήταν αλήθεια, κι ότι ο Γεωργουλης ήταν άνθρωπος προφανώς δημοκρατικός - λίγο πρόσκοπος και μανδαρίνος ίσως αλλά σίγουρα δημοκρατικός. Κι ότι είχα προσωπικά την απόδειξη της συμπεριφοράς του, δεν ήμουν δε η μόνη. Μας είχε πράγματι βοηθήσει όσο μπορούσε ο Γεωργούλης, πιστεύω, και μέχρι τότε και μετά, καθ’ όλη την επταετία..Ο Σοφοκλής Θεοδωρίδης ( πρόεδρος τότε του Commité des étudiants, την επόμενη χρονιά ανέλαβα εγώ ) αλλά κι όλοι όσοι , κάποιες εκατοντάδες, ζήσαμε στο Maison Grecque της Cite Universitaire το αναγνωρίζουν. Όσους υποπτευόταν σαν χαφιέδες, κοίταζε να τους στέλνει σε άλλα περίπτερα. Αυτό δεν εμπόδιζε βέβαια αυτούς τους τελευταίους, που κατά το πλείστον γνωρίζαμε - και θυμούμαστε ακόμα- να μας παρακολουθούν με όλους τους τρόπους, να κρύβουν συστήματα παρακολούθησης έξω απ’ τα παράθυρά μας τα οποία ο φίλος Κ.Σ..ανακάλυψε κάποτε ( τα κινητά δεν υπήρχανε ακόμα ) ή να μας πετάνε, καθ’ όλη την περίοδο της κατάληψης, coctails Molotov από τα παράθυρα του Μαροκινού σπιτιού, απέναντι απ’ το Ελληνικό, ή του Provinces de France..

ΜΑΗΣ 1968

Όσο για τα καλώδια κλπ, είπα ότι ολ’ αυτά του Σώχου ήταν βλακείες, κι ότι σίγουρα θα βρίσκαμε τις πόρτες ανοιχτές η περίπου - όπως κι έγινε. Θυμάμαι πως όταν φτάσαμε ( ήμασταν πολλοί, μεταξύ άλλων ο Βεργοπουλος κι ο Ελεφαντης κι ο Μακης Καβουριαδης ) στις 5 ή 6 το πρωί, βγήκε ο καημένος ο θυρωρός, τρέμοντας σχεδόν, και μας έδωσε τα κλειδιά. Έτσι δεν χρειάστηκε να σπάσουμε απολύτως τίποτα... Ο Σώχος βέβαια κάτι βρήκε τελικά να σπάσει τις επόμενες μέρες : Είχε μαζέψει έξω στον κήπο ένα μεγάλο λιθάρι, το ‘φερε στο σαλόνι, χάραξε επάνω «πρώτο ελεύθερο ελληνικό έδαφος» κι ανεβασμένος σε μια ψηλή σκάλα τρύπαγε με θόρυβο αλλ’ επιμελώς και μ’ ένα τεράστιο σφυρί τον τοίχο πάνω απ’την πόρτα που οδηγεί στα διαμερίσματα του διευθυντή, για να την τοποθετήσει! Πήγα τότε από κάτω και του είπα , «σιγά ρε Σωχο! μην μας σπας τον τοίχο, τι ελεύθερο έδαφος κι αηδίες, στη Γαλλία είμαστε!» Έκανε τότε ο Σώχος μια κίνηση να μου φέρει την πέτρα στο κεφάλι, πράγμα που σίγουρα δεν θα έκανε, δεν ήταν βίαιος παρά στα λόγια, όμως ο Βασίλης Βασιλικός με την πρώτη του γυναίκα τη Μιμή που καθόντουσαν, συχνά εκείνο τον καιρό, σ’ ένα καναπέ και διάβαζαν η γράφανε ολημερίς, σηκώθηκαν να τον εμποδίσουν, μην και μου τη φέρει...

Τώρα βέβαια που το ξανασκέφτομαι, δεν νομίζω ότι ήταν και τόσο τρελός. Η μάλλον, εξέφραζε μες στην ιδιαιτερότητά του την συλλογική μας τρέλα, την ζωογόνο αυτή ψευδαίσθηση που ανέφερα πιο πάνω. Ήταν σαν να είχαμε καταλάβει, ελευθερώσει - στο συμβολικό επίπεδο - ένα κομμάτι από τη δύστυχη χώρα μας. Κι απολαμβάναμε την δυνατότητα λόγου, κριτικής ανάλυσης, αμφισβήτησης, προγραμματισμού του μέλλοντος, σαν διπλά επαναστατημένοι. Προστατεύοντας βέβαια και τα νώτα μας: στη σκεπή, κάποια παιδιά φυλάγανε πάντα τα βράδια σκοπιά.

ΜΑΗΣ 1968

Συνήθως ο Αντώνης ο Νικογλου, ο Αγις ο Κελπέκης, ο Αλέξης ο Φουντουκλής., με κάτι μεγάλα παλούκια, μην έρθουν οι φασίστες και μας επιτεθούν. Πράγμα που δεν ήταν καθόλου απίθανο...

Ο Στέλιος Ράμφος, που εμείς οι νεώτεροι θεωρούσαμε ως τότε, σαν σημαντικό άνθρωπο της Αριστεράς (νεολαία της ΕΔΑ), έμενε ακόμα τότε στο Ελληνικό, αλλά είχε ήδη απομακρυνθεί πολύ από τον αριστερό χώρο και δεν ερχότανε πουθενά. Σπανίως ερχόντουσαν κι όσοι ήταν ήδη ενταγμένοι σε κόμματα, το επίσημο κομουνιστικό κόμμα βασικά, ή οι Τροτσκιστές και οι Μαοϊκοί σταλινικού τύπου, που προτιμούσαν να συχνάζουν μόνο στις δικές τους συνελεύσεις αλλά, για να λέμε και του στραβού το δίκιο, να μην εκτίθενται και πολύ – όσοι τουλάχιστον συμμετείχαν σε αντιστασιακές ομάδες με ενεργό δράση στην Ελλάδα, όπως ο Αλέκος Γιωτόπουλος και πολλοί άλλοι. Έρχονταν σχεδόν καθημερινά και ένας γάλλος αστυνομικός με πολιτικά, ο Abramovits, που τον έχανε βάλει να μας παρακολουθεί, αλλά ήταν μάλλον ήσυχος άνθρωπος, μας είχε συμπαθήσει κιόλας, και τον θεωρούσαμε ακίνδυνο, σχεδόν φίλο!

ΜΑΗΣ 1968

Ήταν και ο Σίμος ο Υπαρξιστής. Τον βλέπαμε καθημερινώς με μια μηχανή, και τράβαγε εκατοντάδες φωτογραφίες, που θα ‘πρεπε οπωσδήποτε να βρεθούν αν υπάρχουν ακόμα , τόσο που τον υποπτευόμασταν για χαφιέ.

Η πραγματικότητα είναι πως δεν ξέραμε τίποτα για κείνον, και τον αποφεύγαμε, αυτόν τον παράξενο, απλό περιθωριακό άνθρωπο.

Πολλοί απ’ όσους συχνάζανε τότε στη Σιτέ έγιναν υπουργοί μετά την πτώση της χούντας στην Ελλάδα, άλλοι γενικοί γραμματείς υπουργείων, άλλοι και άλλες πρεσβευτές, νομάρχες, διευθυντές δημόσιων οργανισμών – επί ΠΑΣΟΚ βασικά - και τα λοιπά..

Όμως οι πιο πολλοί, είμαστε ακόμα εδώ, είμαστε χιλιάδες, και δεν διεκδικήσαμε ούτε εξαγοράσαμε ποτέ τίποτε.

Δεν γίναμε «ρεαλιστές». Δεν μάθαμε να οπλιζόμαστε με υπομονή και καρτερία μπρός στην απάτη και την ψευτιά και να βρίσκουμε ‘φυσική’ την αδικία των κοινωνικών νόμων. Δεν προσαρμοστήκαμε. Ευφάνταστοι, αιθεροβάμονες, ποιητές, καλλιτέχνες, στα πολιτικά περιθώρια, ιδεολόγοι, δεν αποδεχτήκαμε σαν φυσική τη βασιλεία της ευτέλειας και της μηδαμινότητας, με τις τηλεοράσεις, τα κομπιούτερ, τις καταναλωτικές αηδίες και όλα όσα εμποδίζουν την ελεύθερη λειτουργία του πνεύματος και της ψυχής.

Δεν πάψαμε να σκεφτόμαστε, να ερωτευόμαστε, να εργαζόμαστε, να φιλοσοφούμε. Να ονειρευόμαστε.

Σαράντα τόσα χρόνια πέρασαν. Και δεν ξέρω καθόλου τι θα πει, σαράντα τόσα χρόνια…
Ήταν μόλις χθες.
Ίσως κι αύριο…

Βάσια Καρκαγιάννη – Καραμπελιά
Ιστορικός Τέχνης. Παρίσι.

κείμενο | βάσια καρκαγιάννη – καραμπελιά */* επιμέλεια | τέλλος φίλης + τάσος θώμογλου