Τελειώματα Καλοκαιριού στη Βεράντα

Στα μπαλκόνια. Εκεί από εδώ και πέρα.

"Να μαζευτούμε το βράδυ, είπα και τους κουμπάρους με τα παιδιά να ΄ρθούνε. Να δείξουμε τις φωτογραφίες-να συνδέσεις την τηλεόραση με τον υπολογιστή. Δεν φτιάχνω τίποτα, Τάκη. Πίτσες θα παραγγείλουμε".

Νησί πλέον είναι η βεράντα. Στην τσέπη δεν έχει φράγκα. Από εδώ και πέρα, κουβεντολόι, δίπλα στη ζαρντινιέρα, που ποτίζεις τρεις φορές την μέρα, μπας και συνέλθει από το σοκ της απουσίας, ο μικρός σου "κήπος" της λωρίδας.

κείμενο | γιώργος παπανικολάου */* φωτογραφίες | τάσος θώμογλου */* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης
Αύγουστος

"Ο Νίκος έφυγε για διακοπές. Τώρα, όπως πάντα. Όλοι γυρνάνε, εκείνος φεύγει. Και τον μελετάμε από τη βεράντα, με την ευχή να περνάει καλά." "Εμείς, πάλι, έχουμε τον Μανωλάκη να χαζεύει τις βιτρίνες με τις σχολικές τσάντες και έχει βάλει στόχο μια τεράστια. Δευτέρα Δημοτικού κι αυτός νομίζει ότι θα πάει σε πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ. Τόσο τεράστια τσάντα θέλει. Και όταν τον ξυπνάς το πρωί, να πάει σχολείο, όλο το χειμώνα, γυρνάει πλευρό και σου λέει "λίγο ακόμα, ρε παιδιάαα"....

Μπαλκόνι και σταυρόλεξο. "Λιμάνι της Ιταλίας, έξι γράμματα, το τελευταίο είναι άλφα. Και είναι και γνωστό... αχ, να δεις πως το λένε... πάει και το καράβι από Ηγουμενίτσα".

Αύγουστος

Βεράντα του σπιτιού με την τέντα ανεβασμένη. Να φυσάει βοριάς, να κουνιέται κι η κουρτίνα. Παλεύεται αλλιώτικα, ένας "τελειωμένος" Αύγουστος. Πώς αλλιώς να ανακτήσεις δυνάμεις, να βάλεις ξυπνητήρι το πρωί για τη δουλειά...

Μπαλκόνι και ανία. Τι ώρα να ΄ναι; Αναπτήρα στο "φιδάκι" και ραδιοφωνάκι ανοιχτό, στο τέρμα ο Μάλαμας. Γλυκός εγκλωβισμός, το θέρος που αργοσβήνει.

Βεράντα και τηλέφωνο. Ασύρματο πάνω στο τραπέζι και βουρ μασλάτια, κουτσομπολιά, χαζοκουβέντες, σαχλαμαρίτσες και νέα ξεχασμένα. "Ο από κάτω μας, πρέπει να χωρίζει. Πέτυχα την αδερφή της Σοφίας στη Σίφνο, και μου τα είπε όλα με το νι και με το σίγμα. Τι σου λέω, αγάπη μου; Πλακώματα και αλλαξοκωλιές στα κρεβάτια. Κοκκινίζω που στα λέω... αλλά να σου πω και κάτι; Βίος και Πολιτεία ήταν μια ζωή οι δυο τους. Το παιδάκι τους, μοναχά, κλαίω".

Η Αλέκα με τα ακουστικά από το κινητό μόνη στο σπίτι. Πάλι διάβασμα για εξεταστική. Πήρε το Σπύρο τηλέφωνο να έρθει αύριο το βράδυ, να τη βοηθήσει με τα S.O.S.. Δεν έχει όρεξη για διάβασμα. Κολλάει και κωλώνει. Σκέφτεται τον άλλον. Πριν φύγει στο χωριό της, στη Κρήτη τον Ιούλη, ζήτησε να χωρίσουν. Το μετάνιωσε. Τώρα το σκέφτεται και δεν μπορεί. Μετάνιωσε. Ένα με το πάτωμα η Αλέκα. Τώρα το σκέφτηκε. Να την βράσει την φιλολογία. Ακούει Amy Winehouse. Πιάνει χαρτί και γράφει. Ποτέ δεν πολυμιλά η Αλέκα, σε κανέναν. Μόνη στη βεράντα, γράφει...

Αύγουστος

"Περνάνε τα χρόνια και ό,τι αξίζει είναι να αγαπιέσαι. Μα πρώτα να αγαπάς. Εσύ να δίνεις, απαρχής. Τι θαρρείς πως είναι η αγάπη; Μερτικό δικό σου, εγωιστικά κρατημένο; Λάθος είσαι, φίλε μου... Ένα φυλαχτό είναι η αγάπη. Χαρτί διπλά τσαλακωμένο σε μια τσέπη. Σε μια σχισμή του πορτοφολιού, σταυρουδάκι αγιασμένο είναι η αγάπη. Την κουβαλάς, την σέρνεις, στο στόμα τη φιλάς, να αισθάνεσαι ασφάλεια. Ασπίδα στη λαίλαπα και καλή ενέργεια στο παρασύνθημα. Αυτό είναι αγάπη. Μια χρωστούμενη συγγνώμη, έτοιμη να την δώσεις με όλο σου το είναι. Απλόχερα. Σε δυο μάτια κάρβουνο που νοιάζεσαι και ταυτόχρονα σε καίνε. Κερί άσβηστο η αγάπη. Φλόγα που θέλεις να φυσάς και δεν σβήνει. Μαγνητίζει το βλέμμα σου στην πόρτα. Αιώνιο βλέμμα, να δεις μια σκιά να ξεπροβάλλει στη μαύρη νύχτα, μπας και ησυχάσεις. Γλυκιά καληνύχτα είναι η αγάπη. Νανούρισμα στη νηνεμία, με προσμονή ελπίδας την πιο ηλιόλουστη, καθάρια καλημέρα σου. Αν μου την πεις εσύ πρώτος δίπλα μου, έτσι και θα είναι. Αγάπη, καναρίνι τρελό που πετά από το κλουβί μακριά και παίζει κρυφτό μες το δωμάτιο σου. Δρόμος-μονόδρομος η αγάπη. Τον τραβάς κι όπου σε βγάλει...Ξέρει αυτή..."

Μπαλκόνι και πιάνει βροχή. Αγάπη καλοκαιρινή σαν κατεβάζεις τις τέντες σβήνει από το νου. Ή έτσι νομίζεις. Εκείνο το τουριστικό μαγαζάκι που καθόσουν τα βραδάκια στη Χώρα δεν ξεχνιέται. Ούτε εκείνος που σου έπιασε την κουβέντα και την άλλη μέρα, πήγατε μαζί για μπάνιο στα Λαλάρια, με τη μηχανή του.

Βεράντα και Όνειρα με ανοιχτή μπαλκονόπορτα στον ύπνο σου, να έρχονται όλα σου τα καλοκαίρια. Καλοκαίρια ένα και ένα, όλα μαζί κορμιά αγκαλιασμένα στο σώμα σου επάνω. Μην ξεχνάς πως αγαπάς πιο έντονα το καλοκαίρι. Είναι που ο πόθος παίρνει αγκαζέ το θερμόμετρο; Είναι που το σύννεφο που φέρνει καλοκαιρινή μπόρα, σου μοιάζει για εφιάλτης;

Τέλος Αυγούστου, σαν Κυριακής απόγευμα που ετοιμάζεις το σάκο σου για το αυριανό σχολείο σαν μαθητούδι ψαρωμένο.

Εκκρεμότητες, τράπεζες, απλήρωτοι λογαριασμοί, εφορία και καθόλου ευφορία. Ψυχή που είχε δραπετεύσει και τώρα επέστρεψε στο σπίτι, οχυρωμένη σε λίγα τετραγωνικά χώρου με θέα. Άπλα μπαλκονιού σαν νησίδα σε ακτή πελάγους.

Ανυπάκουος μήνας ο Αύγουστος. Κωλοστρίβεσαι και το επόμενο ΣΚ να πεταχτείς για μπάνιο σε κοντινή παραλία. Τι καιρό θα κάνει την Κυριακή; Μπαίνεις στο meteo και από μέσα σου, σταυροκοπιέσαι να ανέβει η θερμοκρασία. Δεν τον θέλεις τον χειμώνα.

Σαν χειροπέδες περασμένες στα στήθη, ο χειμώνας δεν σε αφήνει να ανασάνεις.

Αν ήταν γιος σου ο Αύγουστος θα ήταν κωλόπαιδο. Σκέτο αληταριό που θα φλέρταρε μονίμως με τον κίνδυνο.

Ψέματα να πω; Δεν φοράει φωτοστέφανο ο Αύγουστος και δεν ξέρει από "κοίμηση" παρά μονάχα μία μέρα. Την απόλυτη αργία του καλοκαιριού.

Αύγουστος

Τον ασυμμάζευτο σου λέω έχει ο Αύγουστος. Καυγαδίζει με την οργάνωση, την τάξη, την ασφάλεια και την υπακοή. Θέλει να σε εγκαταλείψει και δεν τον αφήνεις. Εκεί στο τέλος του, βαφτίζεις το παιδί, παντρεύεσαι τον αγαπημένο σου, κλείνεις εισιτήρια αεροπορικά για το σχολείο που θα παρουσιαστείς μετά την απόσπαση που δεν πήρες. Από όλα έχει ο Αύγουστος. Στην αρχή του σε έχει στη ρέκλα. Στο τέλος του, σε βάζει στην ξενέρα.

Εκεί στην απότομη προσγείωση, σε μια πλατφόρμα μπαλκονιού με ανοιχτή τη τηλεόραση μέσα στο σαλόνι, στραμμένη ανάποδα προς τα έξω. Να χαζεύεις με καρπούζι και τυρί και να ευλογάς που μέχρι...προψές έπαιζε Ολυμπιακούς κι είχες με κάτι να ασχολείσαι.

Σου ισοπεδώνει το σθένος ο Αύγουστος στο φινάλε του. Κλείνεις τα μάτια, θυμάσαι πόσο πολλά υποσχόμενος ήταν και τώρα σε ρίχνει στη κατάθλιψη. Πού να σηκώσεις κεφάλι;

Ποιο ανάστημα και πού να το βρεις;

Πας το πρωί στη δουλειά και ακούς τα ανείπωτα, για το τι θα γίνει "σπό φθινόπωρο". Μπαλκόνι και πάλι μπαλκόνι. Chatάρεις με το tablet και ξεχνιέσαι. Τελειώνεις το βιβλίο που άφησες μισό στο κατάστρωμα της επιστροφής.

"Πάμε μια βόλτα έξω; Όχι πάλι σπίτι, μπαλκόνι, μπύρα και να μιλάμε για να μιλάμε; Πάμε μια βόλτα; Την Μιλού την έβγαλες να κάνει βόλτα ή και το σκυλί βαριεστημένα κωλοβαρά στο πατάκι;"

Τελευταίο δεκαήμερο Αυγούστου. Ρέκβιεμ στην διαφυγή. Να πάμε για μπάνιο κι αν πιάσει μπουρίνι είμαστε ετοιμοπόλεμοι. Να κολυμπήσουμε και αν έχει θαλασσομάνες ή μικρές τσούχτρες να προσέχουμε ενόσω βουτάμε με μάσκα στο νερό. Λίγο πριν το τρεχαντήρι της κλεισούρας.

Αύγουστος στη βεράντα. Κι αύριο μπορεί να αποδράσουμε κι από αυτήν. Στη θάλασσα που σου είπα και πριν. Στη θάλασσα που για να μπεις πηδάς τα κύματα ένα-ένα κι αυτά ποτέ δεν σταματάνε. Στον Αύγουστο που ο άνεμος μπορεί και να σου πάρει την ομπρέλα.

Θέλει αγέρα το τέλος του Αυγούστου στη βεράντα του σπιτιού σου, για να σε πάει στα άδυτα της νέας σεζόν.

Τα δίδυμα αγόρια παίζουν μπάλα, παραδίπλα στη βεράντα, με κίνδυνο να σπάσουν κάνα τζάμι. "Τραβάτε κάτω να παίξετε στον ακάλυπτο. Όχι σαν προχθές που πήρατε το καρότσι της αδελφής σας και στις δύο άκρες του μπαλκονιού, ο ένας το έριχνε με ορμή στον άλλο. Μπερδέψατε τα παιχνίδια!"

Φτερά δυο μέτρα βγάζεις και θέλεις να πετάξεις στο τέλος του Αυγούστου. Να υψωθείς από το μπαλκόνι και να σταθείς και να ανεβείς στο πιο ψηλό κοντάρι. Με το φόβο να πέσεις στο κενό, θες να πετάξεις ψηλά, μπας και φτάσεις το φεγγάρι. Δεν λυγάς, κρατιέσαι. Ψάχνεις πατέντα για χειμώνα. Του φθινοπώρου τη ζάλη, δεν την θέλεις. Σπας και τα τσιμέντα, μήπως κι ο χρόνος γυρίσει πίσω και σε πάει αλαργινά, στο πρώτο σου καλοκαίρι. Εκεί που δεν τελειώσαν τα φιλιά του καλοκαιριού. Εκεί που ο έρωτας τρυπώνει μέσα από τις χαραμάδες της ψυχής σου και πολιορκεί, νύχτες, μέρες, θαλασσινά ηλιοβασιλέματα....

Τελευταίος επισκέπτης κατάδυσης στο γαλάζιο, τούτες ΄δω οι μέρες. Μπουφανάκι ελαφρύ τα βράδια που δεν ξέρεις, αν θα ΄χει ξαστεριά ή θα κλάψει για λίγο ο ουρανός-να το πάρεις στο δεξί σου χέρι για παρέα. Αύγουστος είναι που χρονομετρά αντίστροφα και σε παιδεύει. Έτσι για να σου κάνει ζήλιες, για ότι χάνεται σταδιακά και να σε αποτρελάνει...

κείμενο | γιώργος παπανικολάου
φωτογραφίες | τάσος θώμογλου
επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης