R

e

j

e

c

t

e

d

W

r

i

t

i

n

g

image

Στα όνειρα της Βήτα

‘Ας μαρ’ μάνα μ’, ας…’

Είχε πάντα ανάμεσα στα χείλη της, μέλι και δυόσμο. Δεν τους έβαλε ποτέ φαρμάκι.

Ό, τι και να συνέβαινε, έβρισκε έναν τρόπο να δει το θετικό. Σήκωνε το φορτίο απάνω της… κι όλα καλά. Δίχως ν’ αγγίξει τα στρογγυλά της γυαλάκια με τα χέρια, αλλά με μια magical σύσπαση του προσώπου, η κυρά-Βήτα, επανατοποθετούσε τα «μάτια της» στη θέση τους.

«Ας μάνα μου, ας…» έλεγε ό, τι και να συνέβαινε, κάνοντας τα πάντα ασήμαντα.

Συμβιβασμένη θες, σοφή… ό. τι κι αν ήταν, είχε τον τρόπο να σε ηρεμεί. Περνούσε ώρες πλέκοντας τα δάχτυλά της και κουβεντιάζοντας με τις κόρες της. Η παιδική μου ανωριμότητα και η επαναστατική φύση των 16 μου χρόνων (φουτιά να μι κάψει) πάντα μ’ έφερνε αντιμέτωπό της. Δε το χωρούσε το τσερβέλο μου…

single photo
Κάθε φορά που της μετέφερα τα παραπονάκια μου, για φίλους και έρωτες, η γιαγιά η Βήτα έλεγε το γνωστό της μότο.
«Ας μαρ’ μάνα μ’, ας…»
Πες μια φορά κάτι. Πες μου πως φταίει αυτός κι εκείνος, εγώ. Της έλεγα. Κάθε που έβλεπα πως αδικούνταν η ίδια για διάφορους λόγους, το έβαζα το φυτίλι. «Ούτε τώρα θα μιλήσεις;», «Δε θα σηκώσεις ανάστημα;» , «Είναι δικαίωμά σου, γιαγιά». Χαμογελούσε συγκαταβατικά και έπλεκε με μαεστρία τα δάχτυλά της. Σύσπαση προσώπου. Ξανά στο πλέξιμο. Σύσπαση προσώπου.

Πού και πού τραγουδούσε κάνα δημοτικό… αλλά ακόμη κι εκεί, μόλις κάποιος μερακλωμένος τη συνόδευε, έκανε πίσω χωρίς να προσβληθεί. Αθόρυβα. Το ίδιο και στο χορό. Από πρώτη, τελευταία. Μ’ έσκαγε. «Ας μαρ’ μάνα μ’, ας…» Σύσπαση προσώπου. Πλέξιμο δαχτύλων.

Κάποιο απόγευμα κι ενώ έβγαζε από το άσπρο ΠΙΤΣΟΣ, τη γυάλινη καράφα με το δημιούργημά της -κράνο λικέρ, πόσο μου έλειψε- πήρα την απόφαση. Μετά το τρίτο κράνο και ενώ ήδη άρχισα να ψιλοχάνομαι -βαρούσε το άτιμο- έκανα τη σπουδαία ερώτηση:

«Γιαγιά, αλήθεια, τι όνειρα βλέπεις;»

single photo

Για να διασκεδάσει υποθέτω μαζί μου, είπε: «Αυτά που δε γίνονται… αυτά ονειρεύομαι». «Δηλαδή;» είπα και κρέμασα ολόκληρος στα ζαρωμένα της χείλη. Εκεί. Που δυο ρυτίδες της, τρεις, δέκα, διεκδικούσαν περισσότερο βάθος στο δέρμα της. Εκεί. Που ο χρόνος παραχρόνεψε.

«Να»,είπε, «Καρπούν αμάξια σε κλαδιά; Κι άμα καρπούν, πώς μοιάζουν;» «Να,» είπε, «Γεννούνε τα καρύδια καλαμπόκια; Κι αν ναι, πώς να ‘ναι;»

Σύσπαση προσώπου, πλέξιμο δαχτύλων.

Να, γιαγιά Βήτα. Να! Έτσι μοιάζουν. Να, έτσι είναι…

single photo

κείμενο_φωτογραφίες | γιώργος κασαπίδης
επιμέλεια | αλέξανδρος κόγκας + τάσος θώμογλου