R

e

j

e

c

t

e

d

W

r

i

t

i

n

g

image

Όχι άλλο μπουζούκι

Σε μια πόλη γεμάτη επιλογές

Μου αρέσει πολύ το κρασί. Δώσ’ μου κόκκινο ημίγλυκο και πάρε μου την ψυχή ένα πράμα.

Η φράση «πάμε για κρασιά» σε μένα δε χρειάζεται καν ερωτηματικό στο τέλος. Οι περισσότεροι γνωρίζουν πως θα παραβρεθώ όπως και να ‘χει.

Αν και το κρασί είναι η δικαιολογία, είμαι σίγουρος ότι δεν είναι αυτό καθαυτό ο λόγος για τον οποίο δε χάνω ευκαιρία. Μετά από νύχτες που ξημέρωσα σε μαγαζάκια ή και έξω, άστεγα, παρέα με άλλους τεμπέληδες και αργόσχολους που εκτιμούσαν τις φιλοσοφίες για τη ζωή και τις σχέσεις, πλέον θεωρώ πως πέρασα τόσο ουσιαστικά εκείνες τις στιγμές που το «δηλητήριο», υπεύθυνο να μας ξεδιψάσει, είναι ένας καθαρά δευτερεύων λόγος για να σουρτουκέψω βραδιάτικα. Απλώς έχω συνδέσει το κρασί με άπειρες στιγμές, μιλώντας και ακούγοντας για ό, τι κατεβάζει ο μεθυσμένος νους.

single photo Όταν πριν λίγες μέρες κανονίστηκε κρασοπαρέα για να γιορτάσουμε την έκθεση φωτογραφίας ενός φίλου και σήκωσα το τηλέφωνο να καλέσω μια φίλη, η άρνησή της μου προκάλεσε απορία. Αρνούμενος να το αποκαλύψω, τη ρώτησα αν είχε κανονίσει κάτι άλλο. «Μπουζούκια» μου απήντησε κι εγώ απηύδησα.

Είναι δικαίωμα του καθενός να περνάει τις νύχτες του όπως πραγματικά του αρέσει και τον εκφράζει, έτσι; Ό, τι τον κάνει χαρούμενο και τον βοηθάει να ξεχάσει, σωστά; Υπέροχα, γιατί συμφωνώ.
Αυτό που με σουβλίζει στα πλευρά όμως, είναι η έλλειψη του μέτρου. Το ‘χω γενικά αυτό το θέμα.

Μπορώ να καταλάβω ότι γουστάρεις Μάκη Δημάκη και τσιφτετέλι, μπουζουκάκι και φάση Βιετνάμ στην ταινία «Όλα είναι δρόμος». Έχει γούστο και μπορείς να το ζήσεις με την ψυχή σου. Αρκετές φορές έχω σηκωθεί στο τραπέζι με Μαζωνάκη πριν απ’ τις τσούπρες. Σαν τον λουλουδοπόλεμο δεν έχει, το ξέρω. Έχω παρευρεθεί και έχω δουλέψει σε τέτοια μαγαζιά και δεν έχω καμιά προκατάληψη απέναντί τους.

Όμως το να βγαίνεις συνέχεια στα ίδια και τα ίδια μου θυμίζει τη στρουθοκάμηλο που χώνει το κεφάλι της στην άμμο. Και ξέρεις κάτι; Το μέτρο πετάει τις παρωπίδες σου μακριά και λες «Ναι» σε καταστάσεις που δε γνωρίζεις το πόσο ίσως να σου αρέσουν.

single photo

Ζεις σε μια πόλη που όπου και να γυρίσεις το κεφάλι σου θα βρεις μαγαζί για να διασκεδάσεις. Κουτούκια με live μουσική, έντεχνα ροκομάγαζα, house τρύπες που δε φανταζόσουν ότι θα παίζουν μουσικάρες. Μπάντες στα πρώτα βήματά τους, που και το ένα παραπάνω άτομο θα τους κάνει να συνεχίσουν για λίγο παραπάνω να τα δίνουν όλα εκεί πάνω στη σκηνή. Άνθρωποι που ζουν απ’ τα μαγαζάκια τους, μέρη με ιστορίες που θα σε κουφάνουν. Με λίγα λόγια, ποικιλία, ρε φίλε.

Κι εσύ έχεις κολλήσει στο μπουκάλι των 150+ ευρώ, την πυρκαγιά του Παντελίδη ή τη ρόδα του Καμπακάκη. Μη χαλιέσαι ρε. Ωραία είναι, κι εγώ τα χορεύω. Όμως δεν είναι μόνο αυτά εκεί έξω. Είναι σαν να έχεις έναν τεράστιο μπουφέ μπροστά σου κι εσύ μου τρως μονάχα σκέτα μακαρόνια.

Αν θεωρείς ότι περνάς καλά λόγω του είδους της μουσικής και ξεχνάς τον σημαντικότερο παράγοντα στη διασκέδαση, δηλαδή την παρέα και τους ανθρώπους με τους οποίους το ζεις, τότε λυπάμαι αλλά δεν ξέρεις τι χάνεις.

single photo

Γι’ αυτό σταμάτα να κλείνεις τραπέζι κάθε ΠΣ σε πίστες που κόβουνε χιλιάρικα τη βραδιά και βγες σε πιάτσες που δε γνωρίζεις. Βρες μέρη που δε σου λένε και πολλά από έξω. Μπες πιες μια μπίρα γαμώτη μου. Κι αν δε σ’ αρέσει, σήκω φύγε.

Πάνε και μπες σε όποιο σου κάνει λίγη εντύπωση. Πολύ πιθανόν να είμαι μέσα με τους κάφρους φίλους μου, να πιούμε κρασιά και να φύγουμε κομμάτια, αλλά με πόνους απ’ τα γέλια. Ζήσε απλώς καταστάσεις που δεν επέλεξες γιατί τις έβρισκες πασέ και ντεμοντέ. Θα με θυμηθείς.

Κι αν σε ψήνει, κλείνουμε τραπέζι την επόμενη στον αλήτη, τον Σταν.

κείμενο | γιάννης κατάκης
φωτογραφίες | χαρά κίκα + γιάννης ζιώρης
επιμέλεια | τάσος θώμογλου + αλέξανδρος κόγκας