(Μικρά μικρά λόγια)

Θυμάσαι τότε που τα δειλινά είχαν χρώμα;

Οι γνώριμες μυρωδιές των φίλων να με συνεπαίρνουν δίπλα από την θάλασσα και τα βράχια. Έκτοτε έκπτωτος, έπεσα φαίνεται από την χαράδρα και έμεινα πληγωμένος να αναζητώ την σύνδεση, τον ηλεκτρισμό του αγγίγματος, την ζέστα από τα χνώτα ενός αγαπημένου. Πού πήγαν όλα αυτά;

Θυμάσαι τότε που τα δειλινά είχαν χρώμα;

Έγινα μίζερος, αναλώθηκα στην μοναξιά μου, με καταλύτη τις οθόνες. Γέμισα το δωμάτιό σου με αυτές, για να με παρηγορούν όταν δεν έχω τίποτα άλλο, για να ακτινοβολούν λίγο χρώμα στο σκοτεινό σαλόνι μου. Μα δεν είναι φίλες μου οι οθόνες. Ανταλλάσσω την φύση μου για μια ματιά μέσα από την κλειδαρότρυπα, για ένα σκίρτημα αποδοχής μέσα στην απάθεια που με δυναστεύει. Και είμαι ικανοποιημένος με την ανταλλαγή αυτή, υπνωτισμένος από την εύκολη γλύκα της τιβί.

Θα την πέταγα, αλήθεια, αλλά τι θα κάνω μετά με τον εαυτό μου;

κείμενο | οδυσσέας κοσμάτος */* φωτογραφίες | λευτέρης τσινάρης */* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης