Προσμένοντας την επόμενη 'θάλασσα'

Επιστροφή στη πόλη. Μια καλημέρα και ένα ξυπνητήρι που χτυπά στο γκρι τσιμέντο και το απελπιστικά υγρασίας θέρος.
Όλα στην ποταπή, πεζή πραγματικότητα και πάλι.
Μια καθημερινότητα που οφείλεις αναζωογονητικά να αντιμετωπίσεις.
Το πρωί να κάνεις και πάλι βόλτες γύρω-γύρω με το αυτοκίνητο, τα οικοδομικά τετράγωνα για μιας στιγμής τύχη να παρκάρεις.
Να χαμογελάσεις στους ολόιδιους που σε περιμένουν. Στην οικοδομή που θα συναντήσεις, στο ασανσέρ που θα μπεις, το γραφείο σου που θα ξανακάτσεις, τη δουλειά σου από φακέλους,  που άφησες στοιβαγμένη στο δίπλα ράφι τη Παρασκευή και πίστεψες πως σε μια αιωνιότητα θα την ξανασυναντήσεις.

Παιχνίδια που κάνει η ζωή και το καλοκαίρι.
Όλα νωρίτερα συμβαίνουν. Όλα γοργότερα τελειώνουν.
Ο χρόνος είναι το πέταγμα ενός γλάρου, σε μια θάλασσα-λάδι. Αυτή που κολύμπησες. Τη θάλασσα που έπαιξες με τα παιδιά σου. Τη θάλασσα που κολύμπησες τρία τέταρτα της ώρας. Που γέλασες, κουτσομπόλεψες, συζήτησες με τους φίλους σου μέσα.
Τη θάλασσα που σου έκαψε το δέρμα, σαν ξεχάστηκες στον ηδονικό ήλιο ένα Σάββατο, μια Κυριακή, μια ολόκληρη αργία χαμένη.

Επιστροφή στη Βάση

Αυτό άλλωστε είναι το καλοκαίρι για τον Έλληνα. Να το ζει δίπλα σε μια θάλασσα και όταν δεν είναι εκεί απλά να την προσμένει. Να την σχεδιάζει και να την ονειρεύεται.
Σιχτίρισες για να φτάσεις δίπλα στο κύμα. Έφαγες μποτιλιάρισμα, γκρίνια, νεύρα, βατράχια στην τσέπη, φόβο στην ψυχή. Τα έδωσες όλα όμως και είπες θα πας. Θα πληρώσεις και το τίμημα της επιστροφής. Όπως χθες βράδυ. Πρώτη-δεύτερη, πρώτη-δεύτερη, σε μια άσφαλτο ακινητοποιημένη στη κάψα του καλοκαιριού.
Ένα ραδιόφωνο παρέα, δυο κουβέντες, ένα βρισίδι στον διπλανό που σου "κολλάει" με το αμάξι.
Μια απόδραση ζητάει η ψυχή και τόσο δύσκολα την έχει.

Στο γραφείο, για μια στιγμή θα μιλήσεις για τα ωραία που έζησες το τριήμερο. Τα αξιοπερίεργα και τα κωμικοτραγικά. Θα αναπολήσεις μια στιγμή. Μια στιγμή αρκεί για να νοσταλγήσεις. Θα σου το θυμίσει στον ώμο σου, το κοκκίνισμα από τον ήλιο, που σε πονά. Σου τσούζει το δέρμα και τη καρδιά. Προσμένοντας την επόμενη απόδραση να έρθει.
Αυτό είναι το καλοκαίρι άλλωστε...μια καταστρατήγηση, ένας μηχανισμός οργάνωσης τέλειων αρμονικών διακοπών. Θα κρατήσουν ώρες, μια μέρα, ίσως δύο, ίσως μια εβδομάδα.

Επιστροφή στη Βάση

Ευτυχής θα είσαι να μην καθαρίζεις το εξοχικό εσύ. Αλλά, το αεράκι του παραθύρου, με τραγούδι και καλή παρέα να σε βοηθά. Τότε όλα αλλάζουν. Όλα καθαρίζουν μέσα σου και γύρω σου.
Όσα κλιματιστικά και να βάλεις στη δουλειά σου, στο σπίτι σου, δεν δροσίζει ο χώρος, όπως το αεράκι της ξαπλώστρας που είχες αράξει. Αιώρα η ψυχή να ακούει το κύμα της θάλασσας να φλερτάρει την ξηρά, στου αιώνα τον καύσωνα.

Επιστροφή στη Βάση

Μπήκα στη τράπεζα σήμερα. Ουρά ατέλειωτη. Πήγα στο μηχάνημα και πήρα τη σειρά μου σε χαρτάκι. Σε είδα εκεί να κάθεσαι. Εσύ που χθες έπαιζες μπροστά μου όλη μέρα ρακέτα. Συνένοχος στο έγκλημα της επιστροφής. Στη χαρτούρα της ζωής. Με κοίταξες και κάτι σου θύμιζα, μα κάνεις πως δεν θυμάσαι τι. Προσπαθείς να απαρνηθείς τι έζησες.  Συνωμότες απεγκλωβισμού ρουτίνας. Άραγε θα ξαναπατήσουμε την ίδια άμμο, το επόμενο ΣΚ;
Μην ξεχάσω να πάω τη μικρή στο κολυμβητήριο, να πληρώσω τα δίδακτρα του παιδιού στο φροντιστήριο και το λογαριασμό του νερού που λήγει... να περάσω από το καθαριστήριο. Να πάω στο σουπερ-μάρκετ να γεμίσω το ψυγείο. Έγνοιες, χαμένες ανάμεσα σε κινητά που χτυπάνε και hands free που απαντάνε. Μα το κορμί δεν ήθελε να είναι εδώ και πάλι...προσμένει το φευγιό.

Έναν σκοτωμένο Ιούλη, έναν πατημένο Αύγουστο. Το μπαλκόνι του σπιτιού θα με υπομένει έως τότε.
Και τώρα που είπα μπαλκόνι...κάτσε να πάρω το μαγιό που άφησα έξω χθες βράδυ να στεγνώνει... έμεινε μηδαμινή αλμύρα να μου θυμίζει το άρωμα της φυγής;  

Επιστροφή στη Βάση
κείμενο | γιώργος παπανικολάου */* φωτογραφίες | τάσος θώμογλου */* επιμέλεια | οδυσσέας κοσμάτος