(Μικρά μικρά λόγια)

Καταράστηκα την πόλη και όλα τα δεινά που μου έχει επιφέρει, και δραπέτευσα στα βουνά.
Μα και εκεί, τίποτα δεν φάνταζε όμορφο.
Πέτρες μόνο, λίγη χλόη και ένας βαρετός ουρανός.
Με ξεγέλασε ξανα η πόλη, σκέφτηκα και έριξα μια χριστοπαναγία.
Κενές υποσχέσεις καρτ-ποστάλ και επεξεργασμένες εικόνες.
Και όπως είχα αποδεχθεί το τσιμέντο και τα Ι.Χ., με πλησίασε η Φύση.
“Δούναι και λαβείν”, μου είπε.
Και της έδωσα.

Επιστροφή

Της έδωσα όλο το σκοτάδι της ψυχής μου, και δημιούργησε τη νύχτα.
Μα η νύχτα ήταν σκοτεινή και απειλητική, και έτσι Της έδωσα τα όνειρα μου, και Αυτή έπλασε τα αστέρια.
Είδα τον μαύρο ουρανό να ακτινοβολεί με εκατομμύρια σχέδια και πλάνα για τον μέλλον, και κοιμήθηκα.
Την άλλη μέρα Την ξαναβρήκα.

Επιστροφή

Τούτη τη φορά Της έδωσα όλους τους έρωτες μου, και ένιωσα τη ζεστασιά του ήλιου να με καίει και να με γεμίζει.
Και στον ήλιο βρήκα αποδοχή.
Αλλά ήθελα να ξαποστάσω λίγο, οπότε άδειασα τον καπνό και τα καυσαέρια απο τα πνευμόνια μου στα χέρια Της, και μου προσέφερε τα σύννεφα, να μου δίνουν σκιά όταν θέλω να ηρεμήσω.
Και ηρέμησα.

Επιστροφή

Ένιωθα όμως μόνος, ήθελα λίγη συντροφιά. Έτσι Της έδωσα το άγχος και τις ανασφάλειες μου, αυτές τις οποίες σε κανέναν δεν έχω εκμυστηρευτεί.
Αμέσως ξεχύθηκε πράσινο παντού, και τα δέντρα με αγκάλιασαν και εγω τα αγκάλιασα πίσω και τους ψιθύρισα τα μυστικά μου.
Ένιωθα πως δέν έφταναν όλα αυτά, οπότε άνοιξα τις φλέβες μου και άφησα το αίμα μου να κυλήσει. Το πήρε, κόκκινο κατακκόκινο, και του αφαίρεσε την μολυσματική ζήλεια και το μίσος, μέχρις ώτου να μετουσιωθεί σε καταγάλανο ποτάμι.
Και το ποτάμι ταξίδευε και συνέχιζε, και μέχρι όλη η κακία του κόσμου να εξαγνισθεί, θα ρεεί ακόμη.

Επιστροφή

Ένα πράγμα μου είχε απομείνει πια, το πιο δύσκολο να δώσει κανείς, αλλά δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς, οχι αφότου Αυτή μου αποκάλυψε τον εαυτό μου.
Οπότε άπλωσα το χέρι μου, με την καρδιά μου επάνω, το σεντούκι μου στο οποίο φύλαγα όλη μου την αγάπη.
“Οχι” μου απάντησε, “αυτό δεν είναι το δούναι, είναι το λαβείν”.
Και επανατοποθέτησα την καρδία μου στη θέση της, και είδα βράχια και λόφους και βουνά να υψώνονται, πυλώνες σιγουριάς και σταθερότητας, κάθε πέτρα και ένα όνομα, κάθε χαλίκι και ένα πρόσωπο.
Και τότε, μόνο τότε, γύρισα αγνός στην πόλη, με τα μάτια μου ανοιχτά και την Φύση μέσα μου.

Επιστροφή
κείμενο | οδυσσέας κοσμάτος */* φωτογραφίες | λευτέρης τσότσος */* επιμέλεια | τάσος θώμογλου