Σήκωσε πανί

Εδώ να μείνεις. Και το κορμί και το μυαλό, να διψάει για φευγιό.
Εγκλωβισμός στην υγρασία της χειμερίας νάρκης. Του ξενερωμένου "μετά" διαστήματος.
"Δεν έχεις να πας πουθενά". Δεν γίνεται. Άδειο το πορτοφόλι, άγριες οι γύρω συνθήκες και η ψυχή κουρασμένη. Αδύναμη να σηκωθεί, να πάει ως την πόρτα.
Και τι δεν θα έδινες, όμως, για το όνειρο;
Να τα βροντήξεις όλα, και να φύγεις. Ταξίδι στην Χώρα του Ποτέ.
Ποτέ γκρίνια. Ποτέ μιζέρια. Ποτέ αναίτιο μπίρι-μπίρι, να σου γαμάει τα μυαλά. Ποτέ τέλμα.

κείμενο | γιώργος παπανικολάου */* φωτογραφίες | τάσος θώμογλου */* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης
epoxi-tou-kenou

Θες να φύγεις κι εδώ βουλιάζεις. Βαλτώνεις στο τίποτα. Πόσο κυκλοθυμικά λειτουργείς;
Μιλάς δυνατά, χαζεύεις στο φέις, επεξεργάζεσαι ατέλειωτες ώρες την selfie που θα ανεβάσεις, και για αλλαγή-κουβέντα δεν λες.
Τι να αλλάξεις και πώς;
Βαρέθηκες να προσπαθείς. Αφέθηκες στις ευκολίες σου. Κούρνιασες στον καναπέ και πληκτρολογείς ανόητες εξυπνάδες σε status. Δεν είναι αυτό ζωή. Αλλά και την ζωή που είναι-θα περάσει. Μάταια και αθόρυβα.
Τρένο ακυβέρνητο η διάθεσή σου, σπιντάρει σε κατήφορο, μπας και τερματίσει.
Ό,τι πεθαίνει, αναγεννιέται. Εκεί στοχεύεις κι εκεί προδίδεσαι.

epoxi-tou-kenou

Το "παραπέρα" αναμενόμενα μη ελπιδοφόρο. Τόσος πεσιμισμός σε μια τόσο μικρή ζωή-από πού προκύπτει; Τόση απελπισία, ποιος την αναγεννά;
Κοιτάς ψηλά, μπας και βρεις να πιαστείς από κάτι. Τίποτα. Πουθενά. Ουρανός ψηλά μολύβι για να τον αφουγκραστείς. Και πώς να το πιάσεις;
Άνεμος προσπαθεί να σε τραντάξει, αλλά εσύ ακίνητος στο μηδενισμό σου, οχταράκια κάνεις. Πήρες προ πολλού την λάθος στροφή και η πυξίδα σου έσπασε μέσα στον αφημένο εαυτό σου.
Δεν είσαι ποτέ συγκεντρωμένος, δεν ακούς, δεν νιώθεις τον άλλον, μόνο εσένα. Επίκεντρο, πυρήνας, λόγος και ύπαρξη ο αγέρωχος, απόλυτος εαυτούλης σου.
Ο εγωισμός, βασιλικός σου θρόνος.
Κι η απαξίωση, το ευκολάκι σου.
Δεν μιλάς στον διπλανό σου. Τα γράφεις, τα ψυχολογικά σου, στο Facebook. Ζωή; Δεν λέγεται.

epoxi-tou-kenou

Βαρίδιο λες και έχουν τα πόδια σου, σε αιχμαλωτίζουν στο κενό.
Και εσύ, θες να φύγεις. Και πού να πας;
Να βάλεις μπροστά το μηχανάκι θες και να χαθείς.
Εκεί που δεν χτυπάνε κινητά, δεν σε ρωτάει κανείς τίποτα, δεν θα ασχολείσαι με βλακείες και δεν θα ασχολούνται μαζί σου.
Κι αν πέσεις κάτω όπως φεύγεις, θες να ρίξεις και τον διπλανό σου μαζί. Στην ήττα και στην πτώση αιμοδιψάς για παρέα. Δεν την αντέχεις αλλιώς. Προσβάλλεσαι στην μοναξιά του ηττημένου.
Βαριά κατάθλιψη η ανούσια ζωή, σε σπρώχνει στο αδιέξοδο.
Και ΄συ γυρνάς κεφάλι δεξιά και αριστερά, αλλά δίχως νόημα κανέναν. Από τον λαβύρινθο της κυκλοθυμίας σου, δεν ξεφεύγεις. Δεν έχει έξοδο κινδύνου για σένα.
Όπου κι αν πας "η πόλις θα σ΄ακολουθεί".
Και το φεγγάρι ολόγιομο θα εμφανίζεται μπροστά σου, υψωμένο οχυρό.
Γι' αυτό, στάσου εδώ και μέτρα το συναίσθημα. Αυτό είναι που σε σώζει. Αυτό και σε κρατά.
Το συρματόπλεγμα το πολεμάς, με αυτοδύναμη. Δεν πουλιέσαι. Αυτοτροφοδοτείσαι με θάρρος. Μην λυγάς. Μην σπας.
Πάρε την αντιβίωση και στάσου στα πόδια σου.

epoxi-tou-kenou

Η Χώρα του Ποτέ, θα ΄ναι δικό σου δημιούργημα αν το επιλέξεις. Απέδρασε από την νηνεμία του ενός και βούτα στη φασαρία των πολλών.
Είσαι ο σπόρος μέσα στο χώμα. Έχεις όμως ανάγκη, τον ήλιο και την βροχή, για να ανθίσεις.
Πόνταρε στους άλλους-ως εκεί που πρέπει. Εκείνοι θα σου δώσουν το φως, εκείνοι και θα "σε βρέξουν".
Ναι, ο αγέρας είναι τύχη να φυσάει, πρέπει όμως και ΄συ να σηκώσεις το πανί.
Κάνε βόλτα στην εποχή του κενού και στην γαλέρα της ζωής, τράβα γερό κουπί.
Τάσεις φυγής πάντα θα έχεις.
Αγάπα με το βλέμμα και έτσι κι η ίδια η ζωή θα σε αγαπά. Αλλιώς, δεν γίνεται...


κείμενο | γιώργος παπανικολάου
φωτογραφίες | τάσος θώμογλου
επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης