R

e

j

e

c

t

e

d

W

r

i

t

i

n

g

image

Και στα δικά σου

Όταν η ευχή της γριάς γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη

Από μικρός σιχαινόμουν τους γάμους.

Λίγο η ζέστη του καλοκαιριού, λίγο που έπρεπε να χωρέσω στα καλά τα ρούχα, λίγο τα λόγια του παπά… αλλά κυρίως τα λόγια της γριάς. Δεν είμαι σίγουρος ότι ήταν πάντα η ίδια γριά. Τα λόγια της όμως ήταν πάντα το ίδιο βαριά:
«Και στα δικά σου».

Ο τρόπος της γνωστός: Σε στοχεύει από μακριά, σε αναγνωρίζει, πλησιάζει τη μαμά, τη ρωτάει πως μεγάλωσες και ενίοτε πως πάχυνες (πάντα πάχαινα), σου ξεχειλώνει τα μάγουλα και στο τέλος σε αποτελειώνει με την φράση που έρχεται από των αιώνων τα βάθη και δεν σηκώνει αντίρρηση:
«Και στα δικά σου».

single photo Και τα καλοκαίρια έφευγαν με τα χελιδόνια, και εγώ μεγάλωνα και οι νύφες φορούσαν τα νυφικά τους και εγώ με το ζόρι πάντα κούμπωνα το τελευταίο κουμπί από τα καλά μου τα ρούχα και πάντα μια γριά –μπορεί να ήταν και η ίδια- θα με κάρφωνε θα με μετρούσε, θα με μάτιαζε και κάπου εκεί, μεταξύ μπομπονιέρας και ρυζιού, θα πλησίαζε και θα ρωτούσε:
«Άγαμος;»
«Πολύ», σκέφτομαι, ανεβάζοντας στα χείλη το καλύτερο αυτόματο χαμόγελό μου.
«Και στα δικά σου», με αποτέλειωνε και το χαμόγελο έμενε εκεί.
Και όσο τα χρόνια περνούν τα λόγια της βαραίνουν.
Από αστειάκι στον χοντρουλό ανήλικο, να μετατρέπονται σε ανούσια ευχή στον μαθητή που «θα αργήσει ακόμα», να βιάζουν τον φοιτητή που «όπου να ‘ναι φτάνει η ώρα του» και να γίνονται ξόρκι για τον ανύπαντρο τριαντάρη που «άργησαν οι χαρές του».

Τα γελάκια που συνόδευαν το ξόρκι με τα χρόνια κόπηκαν. «Και στα δικά σου» φωνάζει δυνατά η γριά κι ένα γρήγορο βλέμμα της προς την πλησιέστερη άγαμη παραβρισκόμενη θυγατέρα μου δείχνει την πιο απλή λύση στο πρόβλημά μου.
Και με τον καιρό να γίνεται πιο δύσκολο.
«Και στα δικά σου λεβέντη μου»/ «Να δούμε και τις χαρές σου» /«Με μια καλή νύφη»/
«Να καλοπαντρευτείς»/ «Να φάμε και από τα κουφέτα σου».
Αυτό ήταν, με αποτέλειωσε. Κλείνω τα μάτια μου και παραδίδομαι στις χαρές μου.
«Να βρεις ένα καλό κορίτσι να μοιραστείς τα βάρη της ζωής». Δεν ακούγεται και άσχημο…

Να δουλεύει, ή να δουλεύω, ή να δουλεύουμε. Ένας εργαζόμενος ανά οικογένεια τελοσπάντων. Να μπαίνει στο σπιτικό μας ο βασικός των τετρακοσίων ευρωπαϊκών. Να τον βάζουμε κάτω κάθε αρχή του μήνα και να τον μοιράζουμε. Ποιος θα τρώει τις μονές και ποιος τις ζυγές μέρες. Να γελάμε μαζί υπολογίζοντας αυτά που θα πληρώναμε στα δάνεια αν μας έφταναν και αυτά που θα ταΐζαμε στις κάρτες που ξέμειναν στα πορτοφόλια μας από μια άλλη εποχή.

Να σηκώνουμε εναλλάξ τα τηλέφωνα και να τρελαίνουμε ο ένας τον άλλον με την πιο έξυπνη δικαιολογία στις κυρίες από τις εισπρακτικές που ψάχνουν απεγνωσμένα τον οφειλέτη.

single photo

Να νοικιάσουμε ένα σπιτάκι. Όχι πολύ μεγάλο, τόσο που να μπορούμε να πληρώνουμε σαν άνθρωποι κι εμείς το χαράτσι μας. Να βγάλουμε και κωδικό κοινό στην εφορία. Να κλέβουμε ίντερνετ από τον γείτονα και να μπαίνουμε να βλέπουμε τι χρωστάμε. Να βάζουμε στόχους: Ιανουάριο, πλερώνω ΕΝΦΙΑ, Φλεβάρη – Μάρτη, το παλιό χαράτσι. Και κάθε χειμώνα να μας βρίσκουν αγαπημένους τα νέα μέτρα και σταθμά.

Κι άμα κερδίσω το λαχείο και πέσουν στο σπίτι μας λεφτά, τότε θα γίνει η επένδυση που μου εύχεσαι τόσα χρόνια. Τότε θα ‘ρθουν «και τα δικά μου».

single photo

Με δόξα και τιμή θα ρισκάρουμε καμιά εικοσαριά χιλιάρικα, θα σας καλέσουμε, το βράδυ θα σας ταΐσουμε, θα σας ποτίσουμε, θα σας χορέψουμε και την επόμενη εργάσιμη θα πάμε μετά φόβου ψυχής στην τράπεζα για να μάθουμε αν είχαμε κέρδος ή χασούρα.

Αν είναι χασούρα… θα μας μείνουν τα λόγια του παπά και η αγάπη μας.

Αν έχουμε κέρδος… με το πρώτο πεντοχίλιαρο -το υπόσχομαι- θα κάνω και παιδί.

Και κάπου εκεί που ετοιμάζω την πλερωμή του μαιευτήρα… μια χούφτα ρύζι που με βρίσκει ξώφαλτσα με επαναφέρει στον γάμο… στον άλλον γάμο… εκεί που με βρήκε η ευχή.
Και η γριά εκεί, απέναντί μου, έχει οπλίσει, με πλησιάζει…

«Και στα δικά σου», μου λέει, «με μια πλούσια νύφη», συνεχίζει… και μου χαλάει τα όνειρα.

κείμενο | αντώνης μπιδέρης
επιμέλεια | αλέξανδρος κόγκας + τάσος θώμογλου