Εσωτερική Απόδραση

Χαμένη με ένα τσιγάρο στο χέρι κι ένα τραγούδι background πάλευα με την άλλη διάσταση που δημιουργούσαν οι ηθελημένες παραισθήσεις μου. Βαριέμαι εύκολα, είναι κι αυτό ένα κακό. Τρύπες-τρύπες άνοιγα στο ταβάνι με το ασάλευτο βλέμμα μου. Μια τρύπα για κάθε σκέψη που δεν έλαβε απόκριση. Επίμονη εκ φύσεως ίσως, ποτέ δε σταμάτησα να σκέφτομαι κι ας με τρόμαζαν αυτές οι τρύπες που έχασκαν πάνω απ' το κεφάλι μου λες και χιλιάδες κενά μάτια παρακολουθούσαν τα έγκατα της ψυχής μου.

κείμενο | έλλη πράντζου */* φωτογραφίες | έλλη πράντζου */* επιμέλεια | οδυσσέας κοσμάτος + τάσος θώμογλου

Τα δικά μου μάτια, εκείνων των πολλών μου εαυτών. Έπρεπε πάντα να σηκώνομαι στο τέλος ν' ανοίγω το παράθυρο για να πάρω λίγο αέρα, να ξεφύγω, να τριγυρίσω σε ταράτσες και σύννεφα, να μαζέψω οξυγόνο, καυσαέρια, εμπειρίες, να κρυφοκοιτάξω τα ξένα παράθυρα, να ρουφήξω από τον κόσμο ό,τι μπορεί να χωρέσει το μέσα μου κι ακόμη περισσότερα. Κι έπειτα πάλι πίσω, εδώ, εκεί, όπου. Δε με ένοιαζε το πού, με ένοιαζε μόνο αυτό το όπου να μου αρέσει.

Πάντα όταν (ξ)έφευγα στην επιστροφή σκεφτόμουν τη μέρα που δε θα ξαναγυρνούσα στο εδώ. Τη μέρα που θα έμενα στο εκεί έξω να περιπλανιέμαι μέχρι όποτε. Τη μέρα που θα έγραφα για άλλα τόσα αληθινά που θα είχα ζήσει κι όχι πια για εκείνα που παραλίγο να συμβούν. Τα απεχθάνομαι τα παραλίγο. Σαν γλυκανάλατο σεξ χωρίς οργασμούς θα ήταν η ζωή αν τους επιτρέπαμε να γίνουν η πλειοψηφία. Γι’ αυτό τα σκοτώνω αν δεν τα ζω. Μπορεί και να τα αποφεύγω όπως ο διάολος το λιβάνι μα όταν με βρίσκουν εκείνα, ναι, τώρα πια τα σκοτώνω.

Ξε-φεύγοντας

Καθόμουν, που λες, πότε-πότε κάτι νύχτες ευάλωτη απέναντι στις αισθήσεις -κάτι που απολαμβάνω ιδιαιτέρως- και τις άφηνα να με αγριεύουν περισσότερο απ’ όσο άντεχα. Δεν υπάρχουν όρια που να μην έχουν φτιαχτεί για να με προκαλούν να τα ξεπεράσω. Όριο είναι κι ο ίδιος μου ο εαυτός. Γι’ αυτό μόνο απέναντι στις αισθήσεις δέχομαι να σταθώ έτσι γυμνή.

Ξε-φεύγοντας

Ήταν όμως κι εκείνες οι στιγμές που μου ξέφευγαν οι άτιμες και τότε δεχόμουν μετωπικές συγκρούσεις με το παρελθόν. Πρέπει να είναι κανείς προετοιμασμένος και για ανεπιθύμητους επισκέπτες όταν αφήνει χαραμάδες ανοιχτές τις νύχτες. Μου έφερνε βίαια στο νου λόγια δικά μου αυτό το παρελθόν. Λόγια που δεν αναγνώριζα και πράξεις που δε θα πίστευα ότι μου ανήκαν αν δε με είχα δει με τα πολλά και διαφορετικά μάτια της ψυχής μου κάποτε να τις υπερασπίζομαι με πάθος κι ας ήξερα ότι ήταν «λανθασμένες».

Ξε-φεύγοντας

Λανθασμένες από ποια άποψη; Μάλλον από την άποψη της προσφιλούς μου αυτοκαταστροφής, δε γλίτωνα εύκολα από τα δίχτυα της κάποτε. Αν και τώρα που το ξανασκέφτομαι ποτέ δε με είδα όντως κατάματα να κάνω το οτιδήποτε. Οι εαυτοί μου παρακολουθούσαν ο ένας τον άλλο από διαφορετικούς κόσμους, σπάνια συναντιούνται όλοι μαζί. Εκνευρίζουν ο ένας τον άλλον κι έχουμε δράματα. Τι είναι αυτό που εμπιστεύομαι στον χρόνο, λοιπόν, και στη μνήμη μου; Μια αέναη πάλη παρακολούθησης του ενός χάους από το άλλο.

Τέλος πάντων, ας δεχτώ ότι τα μάτια, όσα κι αν είναι, είναι ο καθρέφτης της ψυχής. Κι αυτή πολύπλευρη είναι εξάλλου, πώς να την αντικρίσεις μόνο από μία οπτική; Κι εγώ μπορεί να μη με είδα ποτέ κατάματα να κάνω οτιδήποτε, η ψυχή μου παρ’ όλα αυτά με τα δικά της πολλά και διαφορετικά πάντοτε μάτια παραμόνευε κάθε κίνησή μου.

Ξε-φεύγοντας

Η λέξη κλειδί, πάντως, ήταν ανέκαθεν αυτήν εδώ για μένα: Πάθος, φίλε μου. Πάθος. Με πάθος λαθεύω, με πάθος καταστρέφω, με πάθος δημιουργώ και με πάθος ερωτεύομαι γι’ αυτό και το παθαίνω σπάνια. Όμως είμαι ερωτευμένη με οτιδήποτε καυλώνει την ψυχή μου. Γιατί για να μου αρέσει κάτι θα πρέπει να μου θυμίζει έρωτα. Πάθος λοιπόν.

Ξε-φεύγοντας

Λένε ότι τυφλώνει το πάθος; Σκοτώνει θα έλεγα. Όπως σκοτώνει και ο πόθος.

Πάντως δε μίλησα ποτέ για εκείνο το άκριτο τυφλό του φανατισμού, καταλαβαίνεις; Ορμή αισθήσεων, ένταση. Αυτό το πάθος ταιριάζει σ' εμένα. Να πεθαίνεις, να σκοτώνεις, να ανασταίνεσαι, να κατασπαράζεις, να φοβάσαι τόσο που να γίνεσαι θηρίο για να ισοπεδώσεις τελικά τους φόβους σου. Και να ορμάς. Να ορμάς ρε. Κι όπως λένε το «μηδένα προ του τέλους μακάριζε» εγώ θα προσθέσω και το μηδένα προ του τέλους καταδίκαζε.

Ξέρω, ξέρω. Μα πρόκειται για  «ποιητική» αδεία, επιτρέψτε μου.

Ξε-φεύγοντας

κείμενο | έλλη πράντζου
φωτογραφίες | έλλη πράντζου
επιμέλεια |οδυσσέας κοσμάτος + τάσος θώμογλου