_ελεύθερα

Εξόριστη στην πόλη

Ανάθεμα δυο πράγματα: ξενιτιά και γεράματα

- Μίλησε μου... Έχει καιρό που δε σε βλέπω καλά.

_Πήγα να τη δω στο διαμέρισμα που έμενε τα τελευταία χρόνια, λίγο πιο πάνω απ' την Αγίου Δημητρίου. Μικρό και στενόχωρο με ένα μικροσκοπικό μπαλκόνι. Ίσα ν' απλώσεις δυο ρούχα όταν ανοίγει ο καιρός. Η γειτονιά; Ό,τι χειρότερο έχω δει. Δεν το θέλαμε κι εμείς, ούτε κι εκείνη, αλλά ήταν φθηνό και σχετικά κοντά σε μας. Μου ‘φτιαξε ελληνικό καφέ όπως μόνο αυτή ήξερε. Και μοσχοβόλησε όλο το σπίτι της όπως μόνο αυτό ήξερε. Και πάντα δίπλα γλυκό του κουταλιού, φτιαγμένο από την ίδια. Κι ένα πελώριο κομμάτι τυρόπιτα.

- Θα σκάσω, βρε γιαγιά. Ποιος θα τα φάει όλα αυτά;
- Φάε... Φάε όσο θέλεις!

Κάτι την απασχολούσε και δε μου άρεσε που την έβλεπα έτσι. Αν και ποτέ δεν μου απαντούσε ευθέως, το ένιωθα πως είχε αλλάξει πολύ τελευταία και ας μην την άφηνε η υπερηφάνειά της να το παραδεχθεί. Ή ίσως απλά δεν ήθελε να με στενοχωρήσει. Άλλαζε τη συζήτηση επιμελημένα, θέλοντας να μάθει –τι άλλο– αν έχω κανένα παλικάρι. Στα μάτια της έβλεπα μια παραίτηση. Δε θύμιζε σε τίποτα τον παλιό, κεφάτο και πρόσχαρο, εαυτό της. Από τότε που πέθανε ο παππούς και ήρθε στην πόλη δεν χώνεψε ούτε λεπτό την αλλαγή στη ζωή της. Ακόμα θυμάμαι τη μαμά να μας λέει ότι η γιαγιά θα έρθει να μείνει σε μας για λίγο καιρό μέχρι να βρει σπίτι. Τι χαρά είχα πάρει! Για να μου φύγει γρήγορα όμως όταν μετακόμισε στο δικό της διαμέρισμα. «Για να μη σας είμαι βάρος», μας είπε και μπήκε στο ταξί. Αλλά και εκεί που πήγε, δεν το συνήθισε με τίποτα. Μεγαλωμένη μέσα στη φύση και τον καθαρό αέρα, πώς να αντέξει τα 40 τετραγωνικά του τρίτου ορόφου; Μετά από μια ζωή γεμάτη με απώλειες, στερήσεις και πολέμους, ένιωσε πως ξενιτεύτηκε για άλλη μια φορά. Και μάλιστα τη στιγμή που ήθελε περισσότερο από ποτέ να ηρεμήσει. Τώρα που πλησιάζει το τέλος.

- Πάνε αγάπη μου να δεις λίγο το φαγητό.
Σηκώθηκα να πάω στην κουζίνα. Άνοιξα το πρώτο συρτάρι του παλιού ξύλινου τραπεζιού για να πάρω την κουτάλα, μα κάτι άλλο μου τράβηξε την προσοχή. Μια φωτογραφία του παππού. Φαντάρος τότε, ωραίος άντρας. Λίγο δύστροπος, αλλά λεβέντης και εργατικός. Τι δουλειά έχει αυτή η φωτογραφία εδώ μέσα; Της λείπει τόσο πολύ ακόμα ο παππούς ή έχει αρχίσει να «χάνεται» και η ίδια; Την έβαλα πίσω και έκλεισα γρήγορα το συρτάρι. Γύρισα στο σαλόνι και δεν έβγαλα μιλιά για τη φωτογραφία.

Τα πρώτα χρόνια που ήταν εδώ είχε και κάτι φίλες να περνάει την ώρα της. Τώρα κι αυτές την άφησαν... Πού και πού έβγαινε καμιά βόλτα μόνη της στο κέντρο για να αγοράσει τα απαραίτητα όταν ήθελε να κάνει γλυκό ή πίτα. Δεν παιζόταν στην κουζίνα, το ήξερε και την ευχαριστούσε πολύ. Τελευταία όμως, ο χρόνος της πήρε τις αντοχές. Της άφησε τα όνειρα, τις επιθυμίες και το ταλέντο, αλλά της πήρε το «μπορώ». Κι αυτή σαν να έστεκε αμίλητη απέναντι από τον εαυτό της, έβλεπε τη ζωή να περνάει από δίπλα της και προσπαθούσε τουλάχιστον να της κουνήσει το χέρι περιμένοντας «υπερήφανα» το τέλος. Μου ‘ρθε στο νου «ο Γέρος» του Καβάφη. Πόσο βασανιστικό αλήθεια η ψυχή να θέλει και το σώμα να μην ακολουθεί πια; Δεν ξέρω τι άραγε την πείραζε πιο πολύ. Το τέλος που ερχόταν ή η ζωή που δεν ζούσε όπως και όπου ήθελε.

Ήπιε μια γουλιά.
- Και να φανταστείς, κάποτε παρακαλούσα τον παππού σου να έρθουμε στην πόλη. Τώρα παρακαλάω να μη με ρίξουν στο δρόμο ή να μη μου φερθούν σαν σε γαϊδούρι στο ταμείο της ΔΕΗ.

Κούνησα συγκαταβατικά το κεφάλι μου. Δεν έφερα αντίρρηση. Δεν θα το δεχόταν ποτέ πως έτσι είναι η ζωή εδώ και δύσκολα θα αλλάξει. Της ζήτησα για ακόμη μια φορά να έρχεται πιο συχνά σε μας, να ξεσκάει λίγο. Την παρακάλεσα. Δε σήκωνε κουβέντα. Ένιωθε περιττή, «βάρος θα σας είμαι», μου είπε ξανά. 50 κιλά είχε πια όλα κι όλα επάνω της, αλλά ένιωθε σαν βράχος που συνθλίβει τις ζωές, τις ελευθερίες και την ξεγνοιασιά μας.

- Πρέπει να φύγω γιαγιά, έχω μάθημα. Θα έρχομαι όμως.

Είχα αρχίσει ήδη να σκέφτομαι τα επιχειρήματά μου για την επόμενη φορά. Είχα βεβαιωθεί πως με κάθε τρόπο θα έπρεπε να την πείσω να έρθει να μείνει μαζί μας, έστω για λίγο. Να μαγειρέψουμε μαζί, να μου μάθει κέντημα, να της μιλήσω για τις φίλες μου και για το παλικάρι που θέλω. Να την αφήσω όλο το βράδυ να λέει ιστορίες του χωριού. Να κλείσω τα μάτια μου και να την ονειρευτώ μικρή στην αυλή του σπιτιού, με βρώμικα γόνατα και καθαρό χαμόγελο. Την αγκάλιασα και έφυγα μ' αυτήν την υπόσχεση: «θα έρχομαι».

Ήταν η τελευταία υπόσχεση που δεν τήρησα. Ήταν η τελευταία αγκαλιά.