R

e

j

e

c

t

e

d

W

r

i

t

i

n

g

image

Παράδεισος και Κόλαση

Όλα είναι εδώ

Δεν μπορούσε να το κάνει. Δεν μπορούσε να ανεχτεί την άγνοιά του κι έτσι απλά να ρίξει αυλαία στη ζωή του.

Έπρεπε να μάθει και μάλιστα να μάθει αμέσως. Έβαλε ξανά το πιστόλι στην τσέπη του κι έσφιξε με τα υγρά του χέρια το κεφάλι, τόσο ώστε να μην αντέχει απ’ τον πόνο.

Η βροχή είχε φροντίσει να τον κρατήσει μονάχο του στους δρόμους. Αδιαφορώντας για τα μουσκεμένα του παπούτσια, παραπατούσε και τρέκλιζε σηκώνοντας το βλέμμα μόνο για να τυφλωθεί από τα φώτα των περαστικών αυτοκίνητων. Έβριζε καθετί που ερχόταν στο μυαλό του για να βρει την ματαιότητα που του ήταν τόσο αναγκαία. Ήταν αποφασισμένος για το τέλος. Απλώς χρειαζόταν απαντήσεις πριν το κάνει.

Τα σκαλιά στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου του θύμισαν κάτι. Πριν λίγες μέρες είχε πιάσει κουβέντα με έναν άστεγο εκεί. Πριν πάρουν όλα την κατηφόρα. Πριν χάσει τα πάντα απ’ τη ζωή του.

single photo Οι πόρτες ήταν ανοιχτές. Ακόμη και τόσο αργά, ο οίκος του Θεού είναι ανοιχτός για όλους. Ο ήχος τους πίσω του ακούστηκε σαν καταδίκη, σαν το σφυρί του δικαστή αμέσως μετά την τιμωρία, όμως η ησυχία που επικρατούσε μέσα σφράγιζε ένα χώρο ασφαλή, στεγνό. Έτσι τουλάχιστον έλεγαν πως αισθάνονταν οι περισσότεροι εκεί.

Περπάτησε μέχρι τον Εσταυρωμένο και λίγο πριν την Αγία Τράπεζα, έπεσε στα γόνατα. Ένωσε τα χέρια και τα έφερε στο στόμα.

«Δεν ήρθα για να προσευχηθώ, το ξέρουμε κι εσύ κι εγώ. Πρέπει όμως να ξέρω πριν το κάνω. Απάντησέ μου. Το έχω ανάγκη, μ’ ακούς; Αν υπάρχεις κάπου, όπου στο διάολο και να 'σαι απάντησέ μου.»
Τα δάκρυα άρχισαν να μουσκεύουν το χαλί, καθώς είχε ήδη αφήσει το κεφάλι του εμπρός. Οι λυγμοί ανακατεύονταν με τις λέξεις, χωρίς να βγάζουν νόημα. Κι όμως, δε σταμάτησε μέχρις ότου η θλίψη του να γίνει θυμός. Έβαλε το χέρι του στην τσέπη και έβγαλε το όπλο για δεύτερη φορά μέσα στην ίδια νύχτα.

«Πες μου, αλλιώς ορκίζομαι ότι θα τινάξω τα μυαλά μου εδώ μέσα. Εδώ και τώρα.» Πλέον η φωνή του ακούστηκε άγρια και πάλι. «Δε νομίζεις ότι πρέπει να ρωτήσεις αυτό που θες πριν κάνεις κάτι τόσο δραστικό;» ακούστηκε, σχεδόν ψιθυριστά, μια φωνή από πίσω του.

Γυρίζοντας απότομα, είδε έναν μεσήλικα, όχι πολύ μεγαλύτερό του, να κάθεται μερικές θέσεις πιο πίσω. Τα μαύρα που φορούσε και το κομποσκοίνι που ήταν τυλιγμένο στο χέρι του φανέρωναν πως ήταν κληρικός.

single photo

«Πόσην ώρα είσαι εδώ; Καθόσουν και μ’ έβλεπες να κλαίω;»

«Μη σ' ανησυχεί αυτό. Γιατί ήρθες;» απάντησε ο ιερέας ήρεμα.

«Θες να μάθεις γιατί ήρθα, πάτερ; Ωραία λοιπόν, εσύ θα ξέρεις. Πες μου για τον παράδεισο και την κόλαση. Θέλω να μάθω τα πάντα. Τώρα. Αλλιώς θα έχουμε δυο πτώματα απόψε αντί για ένα» είπε κουνώντας επιδεικτικά το όπλο.

Ο ιερέας δεν απάντησε. Περίμενε μέχρι ο μουσκεμένος άντρας να ανοίξει το στόμα του ξανά και μόνο τότε τον πρόλαβε λέγοντας:

«Δεν πρόκειται να σου πω τίποτα. Έρχεσαι μέσα στον οίκο του Θεού κουβαλώντας ένα όπλο. Απειλείς τη ζωή ενός αθώου, που δε σου έφταιξε σε τίποτα. Είσαι ένας τρελός που απαιτεί γνώσεις που ποτέ δεν κέρδισε.»

Το πρόσωπο του όρθιου άντρα έγινε κόκκινο απ’ το θυμό. Οι φλέβες του τινάχθηκαν, καθώς έκανε ένα βήμα μπροστά και πήγε να μιλήσει.

«Επίσης» πρόσθεσε ο ιερέας «ζέχνεις αλκοόλ μέχρι εδώ. Κανείς τόσο βρωμιάρης όσο εσύ δεν αξίζει γνώση, πόσο μάλλον αυτή που ζητάς εσύ».

Στο άκουσμα των λέξεων αυτών, μια έκφραση πόνου εμφανίστηκε στο πρόσωπο του δολοφόνου, καθώς έτρεχε μπροστά μέχρι να ακουμπήσει την κάνη του όπλου στο μέτωπο του θύματος. Ήταν έτοιμος να πατήσει τη σκανδάλη.

«Αυτό είναι η κόλαση» του ψιθύρισε ο ιερέας, κοιτώντας τον στα μάτια.

single photo

Ο άντρας πάγωσε, με το χέρι να τρέμει στον αέρα. Αργά, καθώς η αντίληψη άρχισε να τον γεμίζει, το πρόσωπό του έχανε σταδιακά το χρώμα του.

Δε θα μπορούσε να του δοθεί πιο ξεκάθαρη απάντηση. Ο ιερέας, με κίνδυνο της ίδιας του της ζωής, του έδειξε, μέσα από τα δικά του συναισθήματα τι ακριβώς είναι η κόλαση.

Μη μπορώντας να παραμείνει όρθιος, ο άντρας ξανάπεσε στα γόνατα για δεύτερη φορά μέσα στην ίδια νύχτα, με δάκρυα ευγνωμοσύνης αυτή τη φορά να ρέουν σωπηλά.

«Κι αυτό είναι ο παράδεισος» είπε ο ιερέας, καθώς έσκυψε και τον ακούμπησε στον ώμο απαλά.

(Εμπνευσμένο από μια παλιά ιστορία της Ανατολής. )

κείμενο | γιάννης κατάκης
φωτογραφίες | δώρα κατάκη
επιμέλεια | τάσος θώμογλου + αλέξανδρος κόγκας