Μια ιστορία έρωτα και καφέ

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, μου άρεσαν τα παραμύθια.
Κάθε βράδυ έσερνα την μάνα μου στο δωμάτιό μου για να μου πει παραμύθια. Έκλεινα τα μάτια και τα έβλεπα να ξεπηδάνε μπροστά μου και να με καλούν να παίξω και εγώ. Τα ζούσα και πολύ μου άρεσε που έστω και στην φαντασία μου, ήμουν μέρος τους. Παραμύθια για Βασιλιάδες σε μακρινά βασίλεια, δράκους με πολλά κεφάλια και κοφτερά νύχια, τέρατα που κρατάνε φυλακισμένες όμορφες πριγκίπισσες, μάγισσες που δεν ένιωσαν ποτέ τι εστί αγάπη και για αυτό προκαλούν μόνο πόνο στους καλούς, και ό,τι άλλο είχε δημιουργήσει η ανθρώπινη φαντασία.

κείμενο | βασίλης μοτσιολίδης */* φωτογραφίες | βασίλης μοτσιολίδης */* επιμέλεια | τάσος θώμογλου + οδυσσέας κοσμάτος
Παραμύθια...

Ύστερα μεγάλωσα… Πάνε τα παραμύθια.
Ξεκίνησα τα Harry Potter. Ναι, αυτά του σατανά.
Αγάπη, λατρεία, έρωτας.
Ιστορίες για μάγια καλά και κακά.
Ιστορίες για μεγάλους διαχρονικούς έρωτες.
Ιστορίες που μοιάζουν βγαλμένες από την ζωή αναμειγμένες με τρελές δόσεις φαντασίας.
Παθιάστηκα μαζί τους.
Ήταν σαν τα παραμύθια της παιδικής μου ηλικίας.
Τα παραμύθια όμως, δεν έλειψαν και από την ζωή μου.
Πολλοί από τους ανθρώπους που συναναστρεφόμουν μου έλεγαν παραμύθια.
Συμμαθητές, φίλοι, γνωστοί.
Από το πιο απλό «θα μιλήσουμε να κανονίσουμε για καφέ» μέχρι το πιο σύνθετο «είσαι ο καλύτερος μου φίλος» και το ύψιστο «θα είμαι πάντα εδώ για’ σένα».
Συνέχισα να τα πιστεύω.
«Καλά παιδάκι μου, με ακούς που σου μιλάω;», φώναξε η Μάνια.
Ξύπνησα από τον λήθαργο που είχα μπει εδώ και ώρα.
Βγήκα από το ποτάμι των αναμνήσεων.
«Μήπως η καφετζού είχε προβλέψει και αυτόν τον καβγά μας;», ξαναφώναξε.
Δεν απάντησα.
Πήρα τα κλειδιά και έφυγα από το σπίτι.
Δεν μπορεί να με καταλάβει.
«Εσύ, καθηγητής πράμα, και τρέχεις σε καφετζούδες;» ρώταγε και ξαναρώταγε.

Παραμύθια...

Είμαι εθισμένος στα παραμύθια.
Έτσι με έμαθαν.
Έτσι έμαθα.
Λες να μην ξέρω ότι μου λένε παραμύθια;
Ο Ωκεανός της Καμάρας,
Το Σερπέντε της Ροτόντας,
Το Τετ – α τετ , Κισμετ και άλλα.
Μαγαζιά μαζικής παραγωγής παραμυθιών.
Και όμως, εγώ εκεί.
Για αυτό πάω. Θέλω να κρατηθώ από κάπου.
Δες το σαν έναν ψεύτικο φίλο που ποτέ δεν τηρεί τις υποσχέσεις του. Έτσι είναι και αυτό.
«Σοβαρά τώρα, είσαι Ε-ΘΙ-ΣΜΕ-ΝΟΣ!», φώναζε.
«Είμαι αδύναμος…» απαντάω εγώ φωνάζοντας μέσα μου.
Κάθε φορά που συμβαίνει κάτι στενόχωρο, είμαι εκεί.
Μετά βγαίνω πιο ήρεμος και αισιόδοξος για να το αντιμετωπίσω.
Και ας ξέρω ότι είναι ‘’ παραμύθια της Χαλιμάς’’ αυτά που λένε. Μόνο που είναι παραμύθια, αρκεί.
Τα έχω πάρει άγρια τώρα.
Με έμενα,
με τις καφετζούδες,
με όλους.
Παίρνω το υφάκι του δύσπιστου δημοσιογράφου και αποφασίζω να επισκεφθώ ένα από τα εν λόγω καφέ - παραμυθοστάσια.
Έχω πάρει ένα μικρό σημειωματάριο μαζί μου. Σημειώνω τους ανθρώπους που κάθονται εκεί. Δεν υπάρχει κάποιο σταθερό “target group”. Οι άνθρωποι εκεί είναι διαφόρων ηλικιών και στρωμάτων.
«Έναν ελληνικό μέτριο.»
Βγάζω τσιγάρο.
Εεε, έσκασα! Δεν μπορώ να του αντισταθώ άλλο στην ανάγκη μου να καπνίσω. Σιχτίρ! Όλο αδυναμίες είμαι.
Ίσως ,όμως, όλοι όσοι είναι εδώ να μην έρχονται για τον ίδιο λόγο.
Μην ξεχνάμε και την έμφυτη περιέργεια του ανθρώπου για το μέλλον και το ‘’πάνω’’.
Δεύτερο τσιγάρο, τρίτο, τέταρτο.
Ο καφές τελείωσε.
Η καφετζού με πλησιάζει απειλητικά.
Γυρνάει το φλιτζάνι.
Φεύγει.
Πέμπτο τσιγάρο, έκτο.

Παραμύθια...

Έρχεται.
«Πως σε λένε;»
«Νίκο.»
«Μμμ, Νίκο…», λέει κοιτώντας το φλιτζάνι με περισπουδαίο και συνάμα περιπαιχτικό ύφος –σαν να ’ταν κάποιος παλιός φίλος που μου ‘κλεινε πονηρά το μάτι.
«Είναι καλό το φλιτζάνι μου;»
«Ναι γιαβρί μου, πολύ καλό! Εδώ σε βγαίνει…»
«Όχι ευχαριστώ. Δε θέλω.»
«Τι εννοείς;»
«Μου αρκεί ότι είναι καλό. Αυτό μου φτάνει.»
Και φεύγω.
Η ώρα... αλήθεια τι ώρα είναι;
Είναι κοντά επτά το απόγευμα
Παίρνω την Μάνια τηλέφωνο.
«Στις 9 να είσαι έτοιμη, θα βγούμε για φαγητό.»
9 παρά 20 ήμουν κάτω από το σπίτι και την περίμενα.
Κατέβηκε.
Ω, Θεέ μου! Ήταν πανέμορφη!
Δεν είπαμε τίποτα για τον μεσημεριανό καβγά μας.
Η βραδιά κύλισε υπέροχα.
Δεν χόρταινα να την έχω στην αγκαλιά μου. Ποτέ δεν θα χορτάσω.
Λίγο πριν κοιμηθούμε, γυρνάω και της λέω: «Συγνώμη, είχες δίκιο. Είμαι αδύναμος… Μόνο μαζί σου νιώθω δυνατός. Μη φύγεις.»
Δε μιλάει.
Γυρνάει και με φιλάει τρυφερά.
Κοιμάται στην αγκαλιά μου.
Είχες δίκιο. Το φλιτζάνι μου ήταν καλό! Καληνύχτα καφετζού – παραμυθατζού ή εμψυχώτρια όπως θα σε λέω από εδώ και πέρα!
Όνειρα γλυκά!

Παραμύθια...

κείμενο | βασίλης μοτσιολίδης
φωτογραφίες | βασίλης μοτσιολίδης
επιμέλεια | τάσος θώμογλου + οδυσσέας κοσμάτος