Γι’ αυτό, το μάταιο

Χώρος αδιάφορος. Δεν έχει νόημα ίσως το πού όσο το γιατί. Κι η ατμόσφαιρα. Είναι άτιμη συχνά αυτή. Κάπως, κάπου, κάποτε τα βήματά μας θα μας φέρουν αντιμέτωπους με τον μάταιο ρομαντισμό του φαινομενικά μοιραίου. Μη σου τύχει. Γι’ αυτό το μάλλον μάταιο μιλάω. Σαν κάτι μονίμως να θέλουν να σου πουν μα ποτέ να μη σου το λένε.

κείμενο | έλλη πράντζου */* φωτογραφίες | έλλη πράντζου */* επιμέλεια | τάσος θώμογλου + ιάκωβος καγκελίδης
pou-esai

«Μαζί», λοιπόν, στο ίδιο εδώ, στο ίδιο παρόν ανάμεσα σε τόσα λόγια που θυμίζουν κάτι από εμάς, λες άραγε πάλι να είναι όλο αυτό τυχαίο; Δυο εραστές, δυο ερωτευμένοι, άνθρωποι που ο καθένας έχει τον λόγο του να είναι κάποιο απόψε στο ίδιο μέρος, την ίδια ώρα και να μοιράζονται στιγμές. Κι εμείς; Εμείς. Κανείς ποτέ δε θα μάθει τι ήμασταν εμείς. Τόσο κοντά και τόσο μακριά, τόσο κάποτε μαζί και τόσο τώρα χώρια. Παράξενα και γνώριμα. Ξέρεις.

Όμως κάποιος κάπου κάποτε ξανά θε μιλήσει για το απαγορευμένο. Θα προφέρει ένα όνομα, θα το ρίξει μπροστά στα πόδια σου κι εσύ ως πότε θα κάνεις ότι δε βλέπεις; Μνήμες. Λόγια. Σκόρπιες ματιές. Δυο κορμιά στο πλήθος, σμίγουν, χωρίζουν, ξανασμίγουν, χάνονται. Για τα τυπικά πια. Ξέρεις.

pou-esai
pou-esai

Κι αφού ξαναχαθούν θα πουν πάλι «ήταν η τελευταία φορά». Κι ας μοιάζει θεοί και δαίμονες ως τώρα να έχουν συμμαχήσει για να ζωντανεύουν πάντα όσα σκοτώνουν οι άνθρωποι. Πότε θα με δεις; Πότε θα θελήσεις ν’ ανοίξεις τα μάτια και να δεις; Είμαι εδώ. Δεν ξέρω για πόσο. Μέχρι να με σκοτώσεις οριστικά υποθέτω και να βαρεθούν ν’ ασχολούνται μαζί μας σύμπαντα, δαίμονες και θεοί. Μα ως τότε είμαι εδώ. Για σένα. Κι ας μη σημαίνει τίποτε αυτό για σένα. Κι ας με κοιτάς φευγαλέα από μακριά, μια φιγούρα σαν όλες τις άλλες μέσα σε ένα πλήθος αδιάφορο. Σαν όλες τις άλλες, αλήθεια; Ή μήπως θα ξεχώριζες κι εσύ εμένα ανάμεσα σε εκατοντάδες όπως θα μπορούσα εγώ; Όχι, δε βαυκαλίζομαι πια. Ξέρω.

Απλώς να…εδώ και καιρό μονίμως στον δρόμο μου μπλέκεσαι μα, άκου, το θέμα είναι ότι συνήθως δεν το επιδιώκω. Αν ήμουν κομματάκι πιο αιθεροβάμων θα σου μιλούσα τώρα για συμπτώσεις που δεν είναι συμπτώσεις, για το μοιραίο που έχει πια σιχαθεί να παίζει μαζί μας κρυφτό και τα συναφή. Όμως δεν είμαι. Αιθεροβάμων. Δεν είμαι. Δε θέλω να είμαι. Κοίτα να δεις. Αστείο δεν είναι; Γι’ αυτά σου λέω τόση ώρα ε; Μη δίνεις σημασία. Είναι που δεν πιστεύω όντως απόλυτα στις συμπτώσεις εγώ για να είμαι ειλικρινής. Μα, όχι, δεν είμαι αιθεροβάμων. Ερωμένη της επιθυμίας μπορείς να με πεις κι ό,τι με σπρώχνει προς τα ‘κει δεν κάνω πως δεν το βλέπω.

pou-esai
pou-esai

Ίδια ώρα ίδια ημερομηνία άλλο μέρος ένας χρόνος μετά. Κανείς δεν ξέρει αν ποτέ ξανά θα…

Όχι. Ποτέ ξανά δε θα. Σκέφτομαι. Κι όσο ανταριάζει η ψυχή μου με το λίγο, το από μακριά που διαπερνά την επιδερμίδα μου και με καίει μέχρι μέσα, τόσο μελαγχολώ κι αδειάζω και βυθίζομαι στο μετά. Όταν περνάει η στιγμή και συνειδητοποιώ πως αυτό ήταν. Και ποιος ξέρει πότε/αν ξανά θα. Και μάλλον ποτέ ξανά δε θα. Κι αυτό ήταν. Ήταν; Ήταν.

Γαμώ τον αόριστο που έγινε τετελεσμένος, βρίσε να σ’ ακούσω, να σε νιώσω, θα σε καταλάβω, βρίσε. Ξέσπα. Γαμώ. Σ’ εμένα τα λέω. Γιατί δεν ξέρω.

pou-esai
pou-esai

Να είσαι εκεί και να μην είσαι. Να είσαι εδώ και να μην είσαι. Να είσαι και να μην είσαι μαζί. Μου. Κι εγώ να σε ακουμπάω χωρίς να σε αγγίζω. Να σε νιώθω χωρίς να σε αισθάνομαι. Να σε κοιτάζω δίχως να σε βλέπω. Να σε μυρίζω κι η μυρωδιά σου να είναι ό,τι πιο χειροπιαστό αφήνεις πίσω σου για μένα. Το άυλο. Όπως είσαι για μένα εσύ. Που έχω μάθει να συμβιώνω στο κεφάλι μου με την απουσία γιατί αυτή είναι Σου. Στο κεφάλι μου, λέω, δε θέλω να πω στην καρδιά μου, πολύ γλυκανάλατο δεν ακούγεται; Μάθε βέβαια ότι ο οργανικός πόνος του κενού Σου εκεί εντοπίζεται. Στο στέρνο. Ναι. Στην καρδιά, πώς αλλιώς να το πω, έχω μάλλον κι απ’ αυτή, θα συνηθίσω τελικά στην ιδέα.

Λίγα λεπτά. Μια ένωση για τα τυπικά. Μακάρι οι ματιές μας να έκαναν όσα εμείς κάνουμε ότι δε βλέπουμε πια.

-Πού είσαι, πες μου
-Εδώ, μακριά σου

Μ. Χατζιδάκις

κείμενο | έλλη πράντζου
φωτογραφίες | έλλη πράντζου
επιμέλεια | τάσος θώμογλου + ιάκωβος καγκελίδης