Υπόθεση Αυστηρά Αρσενική

Μέσα στη θάλασσα. Δυο άντρες. Απαρνήθηκαν τους Ολυμπιακούς του Ρίο, για ένα ακόμα βράδυ, μπροστά στη τηλεόραση, να βλέπουν αγωνίσματα που δεν γνωρίζουν και επέλεξαν τη βάρκα. Τη βάρκα τους.
Κάθε χρόνο, κάθε Αύγουστο, η ίδια βάρκα. Να ψαρέψουν. Να ξεχαστούν. Να μην πουν πολλά και τα λίγα λόγια, να εννοούνε τόσα άλλα.
Ψάρεμα. Μόνο ψάρεμα να ΄ναι. Με καλάμι, με ψαροντούφεκο, με παραγάδι, με κιούρτους, με τσαπαρί, με πεταχτάρη, με καθετή. Ψάρεμα να ΄ναι, σε μια ερημική, βραχώδη ακτή, με τη βάρκα, με το φουσκωτό του κουμπάρου. Μια αφορμή για φυγή.
Να αντιμετωπίσεις τη θάλασσα και την αλήθεια σου...ίδιο πράγμα είναι.
"Με τετραπύρηνο επεξεργαστή πρέπει να πάρεις καινούργιο δίσκο".
Αυτό βρήκε να του πει, στο "πλαφ" του κύματος.
Οι δυο τους παιδικοί φίλοι-από γέννα, μη σου πω. Και κάπου, τον έβλεπε αλλιώτικο γιατί δεν είχε το κέφι που του αναγνώριζε όταν ψάρευαν. Όταν κέρδιζε στο τάβλι, εν μέσω θάλασσας και έψαχνε άλλους "μάρτυρες νίκης", να είναι πεπεισμένος πως όταν βγούνε στη στεριά, δεν θα αλλοιωθεί η αλήθεια που πραγματώθηκε. Μπα...Σήμερα δεν ήταν έτσι. Σήμερα ήταν αλλιώς...
"Μαμασίτα Μαργκαρίτα, Μαμποτζιάχο. Έχω άδεια μέχρι την άλλη Κυριακή. Δεν θέλω να γυρίσω στη δουλειά. Θέλω να κάτσω εδώ. Μαγιό, γύρω θάλασσα με "τούμπανα", φρέντο εσπρέσσο σκέτο, ρέκλα στη καρέκλα. Δε θέλω δουλειά. Όχι άλλο κάρβουνο. Θέλω αιώρα στη καρδιά. Θα ξαναπάμε για ψάρεμα; Τι δεν μιλάς, ρε "γίγαντα";"
Εκείνος δεν αποκρινόταν. Καθόταν, απλά και τον κοιτούσε.
"Τι έπαθες; Εγκεφαλικό στα μεσοπέλαγα; Γιατί δεν μιλάς;...Πάπαλα με το αφεντικό. Δεν νιώθει. Με έχει απλήρωτο τρεις μήνες. Και η κυρία Εφορία περιμένει να στήσω κώλο. Καλύτερα μια ζωή εδώ. Θάλασσα και ταμείο ανεργίας. Μήπως είδα καλό, που κάθομαι και δουλεύω σαν το σκυλί, απλήρωτες αξημέρωτες υπερωρίες; Σου μιλάω, σε άλλο σύμπαν ο αφεντικός. Καλύτερα επαιτεία, παρά αυτή η... δουλεία! Σου λέω, ο τύπος είναι σε παράλληλη στρατόσφαιρα. Σα λουτ μου λε πλατάν"....
"Πως;", αποκρίθηκε επιτέλους..."Χαιρέτα μου τον πλάτανο;"...
"Μίλησε το μόγγολο και σε λίγο θα ξεκινούσα κουβέντα με τα σαβρίδια της θάλασσας", του χαμογέλασε...."γιατί δεν μιλάς; Τι έπαθες;"
Και ήρθε η καταλυτική απάντηση. Εκεί που δεν έχεις λόγια και μόνο ακούς.

κείμενο | γιώργος παπανικολάου */* φωτογραφίες | ιάκωβος καγκελίδης + ρούλα θώμογλου + λευτέρης τσινάρης
*/* επιμέλεια | οδυσσέας κοσμάτος + τάσος θώμογλου
Αύγουστος

"Χωρίζω. Το αποφάσισα. Είμαστε εννιά χρόνια μαζί, αλλά δεν πάει άλλο με τη Στέλλα. Βαρέθηκα. Μπούχτισα. Έχασα το οξυγόνο. Δεν την παλεύω άλλο. Ξενέρωσα. Ξαπλώνουμε στο κρεβάτι και δεν γουστάρω μία. Μια γκρινιάρα γυναίκα έγινε. Με μιζέρια, κουβέντα μόνο για λεφτά, για το τι κάνουν οι άλλοι, πώς θα γίνω άνθρωπος εγώ. Ψυχαναγκασμός στα όρια της τοξικότητας. Κάνε αυτό. "Μη" το άλλο. Εγώ σου είπα, απαρχής, ποιο ήταν το σωστό...ε, άντε και γ@μ@ με, για το ποιο ήταν απαρχής το σωστό. Θέλω να προχωρήσω και ας κάνω λάθος."
Ο κολλητός του αποσβολώθηκε. Δεν πίστευε στα αυτιά του. Άσπρισε το πρόσωπο του. Ζωντανός οργανισμός που παρέλυε από το παραλήρημα που άκουγε. Έπεσε από τα σύννεφα, έφυγε το χαλί κάτω από τα πόδια-να μην το άκουγε αυτό. Χίλιες φορές, να βλέπει αγώνες πόλο στο Ρίο στη τηλεόραση, παρά αυτό που ζει μέσα στη βάρκα.
"Εσύ; Εσύ θες να χωρίσεις τη Στέλλα; Που της τραγουδούσες "γι αυτό γεννήθηκε ο κόσμος, μάτια μου, για να σε συναντήσω;"...Εσύ; Που της ζητούσαν αναπτήρα από το διπλανό τραπέζι και από τη ζήλια σου, έκανες σαματά στο ατάκα και επί τόπου;.. Εγώ σαν εργένης, σας είχα πρότυπο,ρε. Ζήλευα. Ζήλευα τη νηνεμία σας. Τη γαλήνη στα πρόσωπά σας. Τις λίγες κουβέντες. Τα βλέμματα και τα αγγίγματα, που ήταν πάντα και μόνο διακριτικά. Εσύ; Ο έρωτας είναι ζεν. Να ξέρεις ότι ο άνθρωπος σου σε νοιάζεται, σε περιμένει σπίτι, με ένα πιάτο φαγητό, έτοιμο από τα χέρια της. Σε φροντίζει. Σε περιποιείται. Έχει μάτια μόνο για σένα. Σε θυμάμαι-ρε- στην εκκλησία κλαρινογαμπρό να μου λες "για μένα τέλος οι γυναίκες. Καμιά άλλη κανάρα να πετάω. Κομμένα τα ελεύθερα πουλιά. Αυτά που λες, δεν είναι λόγος να χωρίσεις. Εκτός και αν ξελογιάστηκες με καμιάν άλλη. Λέγε, ρε. Τραβιέσαι με άλλη;"
Τον κοίταξε συμπονετικά. Σχεδόν με οίκτο. Χώριζε και εκείνος δεν το καταλάβαινε. Χώριζε γιατί εκείνη δεν υπήρχε. Άκυρος Έρωτας. Μηδενισμός Παρουσίας. Ούτε ο παιδικός του φίλος δεν μπορούσε να νιώσει το βαρίδιο που είχε μέσα στη βάρκα, ο ίδιος. Που το κουβαλούσε, σαν "σταυρό", και δεν άντεχε άλλο...

Αύγουστος

"Δεν με κατάλαβες, στάλα. Ο έρωτας δεν είναι αρμονία και ζεν. Ο έρωτας είναι τυράννια. Να σκιρτάς όταν την βλέπεις. Όταν η Στέλλα λείπει στο μαγαζί, δεν μου λείπει. Τον έρωτα τον καταλαβαίνεις στην απουσία του άλλου. Όχι στην παρουσία του. Τον συναντάς το μεσημέρι και αβίαστα η καρδιά σου, βγάζει το πιο αθώο της χαμόγελο. Κάνει τρελό χτυποκάρδι για millisecond-μαζί κι ένα κρακ. Ο έρωτας είναι, να είσαι χάλια μακριά της. Έρωτας είναι το "σκότωσε με, να περάσει". Το ρήμα "τυραννιέμαι" να το κλίνεις σε όλους τους χρόνους. Στον έρωτα είσαι ένα με το χώμα. Δεν αντέχεις. Όταν δεν είναι δίπλα σου, λείπει η μισή ζωή σου. Σκέφτεσαι τώρα τι να κάνει; Βλέπει τον ίδιο ουρανό με μένα; Περνάει καλά; Έρωτας είναι να σου γ@μεί τον εγκέφαλο. Όχι να στον ισοπεδώνει, με κουβέντες για την Εθνοcash. Και αν έβγαλα όλο το ποσό από μέσα. Έρωτας είναι να θες τον άλλον, έτσι όπως είναι. Σκισμένο, φθαρμένο, πεταμένο τζιν, αλλά αγαπημένο. Να το φοράς και να τρέχεις. Με αυτό το τζιν, να αισθάνεσαι κύριος παντού. Να τρέμεις στην υγεία του, να μην πάθει τίποτα, γιατί πριν από εκείνον, εσύ θα πεθάνεις πρώτος. Τι δεν καταλαβαίνεις; ...Έρωτας είναι λαμαρίνα που μασάς και δεν τελειώνει. Δεν κοιμάσαι ήσυχος τις νύχτες, μα γουστάρεις να τρώγεται η ψυχή σου με τα ρούχα της. Εγώ τα έχασα αυτά, με τη Στέλλα. Δεν έγινε ο κόσμος για να είμαστε μόνοι. Αλλά κι εγώ, πλέον δεν μπορώ. Κομμένη ανάσα το βράδυ, η κάμαρά μας. Νιώθεις, ρε στόκε;"
Τι να του απαντήσει; Με ατάκες Σαίξπηρ, Φώσκολου ή καλοκαιρινού Άρλεκιν στο μπλέντερ, τι να του απαντήσει;...
Άλαλος ο κολλητός. Άλαλος και μόνος. Μόνος στο τι θεωρεί τον έρωτα. Γιατί ο ίδιος δεν παντρεύτηκε. Δεν ήθελε σκοτούρες, βέρες, ζωή μοιρασμένη, να σέρνεται σε ένα τριάρι. Και ας ζήλευε τα ζευγάρια των ήσυχων ημερών του Αυγούστου. Ο ίδιος δεν το ΄χε. Και τον έρωτα-σατανά, που του έλεγε ο φίλος του, δεν τον ήξερε. Και ούτε ήθελε να του συστηθεί. Τη θάλασσα στη ζωή την ήθελε "λάδι" και τα ζάρια να τα ρίχνει "εξάρες". Κι ας ήταν ο βίος του, βουτιά στα "ντόρτια".

Αύγουστος

Εκεί στο ψάρεμα. Στο ναό της θάλασσας. Στην εξομολόγηση των τετραγωνικών μιας βάρκας, ειπώθηκαν όλες οι αλήθειες. Δυο άντρες. Δυο φίλοι. Ένας Αύγουστος-πανσέληνος, μέρες πριν να κάνει το θαύμα του ξηλώματος των "πρέπει". Να βουτά στα "θέλω". Πρώτη φορά, έξοδος κινδύνου, ο μόλος. Αυτό επιθυμούσε. Να ξαναγίνουν όλα, όπως πέρυσι. Τηγάνι με αφρόψαρα και καλαμαράκια, να χαίρεται η Στέλλα για το βραδινό τους γεύμα. Να ξαναγίνουν όλα, αντικατοπτρισμοί βράχων με αχινούς και πεταλίδες. Όχι όμως αυτό που άκουγε. Όχι αυτό.
Τον κοίταξε στα μάτια. Σαράντα χρόνια φίλοι. Καράτια προβλημάτων και γέλιων. Μέσα σε ένα λεπτό, πέρασαν από μπροστά του, αυτά τα σαράντα χρόνια φιλίας. Μέσα σε ένα-μόλις-λεπτό. Και έπειτα ψέλλισε κάτι....
"Ότι χρειαστείς, ρε @ρχίδι. Ότι θελήσεις, εδώ. Όχι αλλού. Απλά, να της το πεις με τρόπο, ρε. Τη σωστή στιγμή. Όταν θα μπορεί και εκείνη να το αντέξει. Αλλά, γοργά. Αφού έτσι το θες, μην αφήσεις τη ρουτίνα του φθινοπώρου, να σε ξαναπάρει από κάτω. Πέστο δίχως να εφευρίσκεις μέσα σου φτηνές δικαιολογίες. Μήτε σαν τις γυναικούλες, να ψάχνεις τα ζώδια, ρε. Πέστης το. Να φτιάξει και εκείνη τη ζωή της, ξανά. Να κάνει τα κουμάντα. Να γλυκάνεις το καημό της. Πέστο με τρόπο. Πάμε έξω τώρα...μας τα ΄κανες πάλι, μούτρο...είμαι σαν ψάρι, έξω από νερό. Κι ολόγυρα, μπαγάσα, είναι όλα θαλασσί"...

Αύγουστος

"Με ματόκλαδα που λάμπουν και τραγούδια απ΄ τα παλιά γλυκονανούριζα,
κάθε αγάπη μου καινούργια, που απ΄ τις άλλες πάντα την ξεχώριζα.
Μα όπως κύλαγαν οι μέρες, έτσι φεύγανε κι αυτές και με αφήνανε.
Ταξιδιάρικες γαλέρες, που ποτέ τους σε λιμάνι δεν ξεμείνανε
Κι είμαι στο μόλο και μετρώ, βαρκούλες άλλες χίλιες δυο
που μοιάζουνε με μένα, με τα πανιά σκισμένα.
Με ματόκλαδα που λάμπουν, Κυριακές συννεφιασμένες οι αγάπες μου,
βρήκαν πέρασμα για να μπουν και αφήσαν στο κορμί μου τις ανάσες τους
Και ανοίξαν τα φτερά τους, οι αγάπες μου πουλάκια διαβατάρικα
λέω "άιντε στην υγειά τους", για τα χρόνια που με τα φιλιά τους χάρηκα."

κείμενο | γιώργος παπανικολάου
φωτογραφίες | ιάκωβος καγκελίδης + ρούλα θώμογλου + λευτέρης τσινάρης
επιμέλεια | οδυσσέας κοσμάτος + τάσος θώμογλου