Είναι τρέλα να περπατάς στη βροχή

Ώρα 3. Το κέφι ανάβει. Όλα δείχνουν ότι θα ακολουθήσει μία τέλεια βραδιά. Από αυτές, που είστε έξω και διασκεδάζετε χορεύοντας σε κάποια τρύπα. Ξέρεις, από αυτές τις ωραία διαμορφωμένες.

Ξάφνου, τα βλέμματα όλων στρέφονται έξω από το μαγαζί. Καυγάς. Καυγάς μεταξύ κοκόρων. Δεν δίνω σημασία. Ήρθα για να χορέψω, να διασκεδάσω. Αν ήθελα βία, θα καθόμουν σπίτι και θα άνοιγα το «κατευθυνομενο-κούτι».

[…] Η ώρα περνάει. Φεύγουμε από το μαγαζί.

Περνάμε από το σημείο της πάλης. Αίμα. Απλό κόκκινο αίμα. Αγνό αίμα.

Φωνές του τύπου «Ααα, αίμα» και τα συναφή. Στέκομαι σκεφτικός. Κοιτάζω το χυμένο αίμα. Είναι αίμα, δε το φοβάμαι.

Γιατί οι άνθρωποι φοβόμαστε –κατά γενική ομολογία - το αίμα; Γιατί, ας πούμε, να μην φοβόμαστε και το νερό το ίδιο;

Το νερό είναι ακόμα πιο επικίνδυνο από το αίμα. Το νερό μπορεί να αραιώσει το αίμα. Το αίμα το νερό, όχι.

Το νερό μπορεί να είναι το βασικό συστατικό μας αλλά αυτό μας δίνει ζωή, αυτό και μας την παίρνει. Μπορεί να σε πνίξει. Τόσο αθώο και τόσο πονηρό. Τόσο απαραίτητο και τόσο επικίνδυνο.

Είναι αρκετά δύσκολο να το καταλάβει κανείς.

κείμενο | βασίλης μοτσιολίδης */* φωτογραφίες | λευτέρης τσότσος */* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης + τάσος θώμογλου
Ένα ταξίδι από το αίμα στο νερό

Στην παρέα έχουμε μία κοπέλα που φοβάται το αίμα. Την πιάνει κρίση. Λιποθυμάει. Τρέχουν όλοι από πάνω της. Συνεχίζω να κοιτάω το αίμα. Ακόμα αναρωτιέμαι γιατί το φοβάται. Σηκώνω τα μανίκια μου. Κοιτάζω μία πληγή που έκανα προχτές καταλάθος. Έχει σχηματιστεί εφελκίδα*– η πέτσα η καφετιά αλλιώς -. Το τραβάω και το αφαιρώ τελείως.
(* Ευχαριστώ την Μαρία από το βιολογικό για την χρήσιμη πληροφορία!)

Κοκκινίζει. Ξεκινάει να τρέχει αίμα. Η φίλη μου έχει συνέλθει. Με κοιτάει γεμάτη απορία. Το ίδιο και οι υπόλοιποι. Το αίμα από την πληγή στάζει κάτω. Σταγόνα – σταγόνα. Με ρωτάνε αν είμαι καλά. Τρέχουν να μου σκουπίσουν την πληγή.

Δεν αντιδράω. Δεν μπορώ. Μόνο προσπαθώ να καταλάβω γιατί αυτό το κόκκινο υγρό προκαλεί τόσο πανικό.

Φεύγουμε. Πάμε Ταξίδι. Το σηκώνει το βράδυ ένα αφτεράδικο μετά την τόση διασκέδαση. Πάμε με τα πόδια. Περπατάμε την Τσιμισκή. Άδεια.

«Δεν έχει πλάκα που ένας από τους πιο crowded – δεν θυμάμαι πως το λέγαμε στο χωριό μου – δρόμους της Θεσσαλονίκης είναι άδειος; Σαν ιδιωτικός, μόνο για σένα.», σκέφτηκα.

Κάπου εκεί ξεκινάει να βρέχει.

Στην αρχή πιο σιγά, με σταδιακή διαβάθμιση όμως.

Δεν ανοίγουμε ομπρέλες. Ας κάνουμε μια τρέλα, λένε. «Ας περπατήσουμε στην βροχή.»

«Τρέλα δεν είναι να περπατάς στην βροχή. Τρέλα είναι να χορεύεις στην βροχή.», λέω.

Σιώπησαν σαν να συμφωνούσαν μαζί μου.

Ανοίξαμε τελικά τις ομπρέλες μας και συνεχίσαμε.

Η βροχή δυνάμωνε. Ο αέρας λυσσομανούσε.

Ένα ταξίδι από το αίμα στο νερό

Φτάσαμε τελικά στο Ταξίδι.

«Έτοιμοι για άλλο ένα ταξίδι.», σκέφτηκα

«Σαν έτοιμος από πάντα.» - απάντησα στον εαυτό μου.

Μπήκαμε μέσα. Κόσμος. Πολύς κόσμος.

Πολύς κόσμος έτοιμος να ταξιδέψει. Αλλά με τι μέσο; Με ποτά και τσιγάρα; Ωραίο ταξίδι!

Εγώ θα ταξιδέψω νοητά. Αυτό αποφάσισα και αυτό έκανα.

Δεν μπορούσα να παρακολουθήσω την παρέα μου. Το μυαλό μου πέταγε. Ήταν η μόνη διέξοδος.

Έφυγα. Πήγα σπίτι περπατώντας.

Η βροχή είχε σταματήσει. Ώσπου ξαναξεκίνησε. Δεν άνοιξα την ομπρέλα. Συνέχισα απλά να περπατάω. Έφτασα σπίτι μούσκεμα.

Και τότε έγινε κάτι αναπάντεχο(;)

Ξεκίνησα να κλαίω.

Μη με ρωτήσετε τον λόγο, δεν ξέρω.

Σαν να ήθελα να πετάξω όλη την σημερινή την δηθενιά;

Σαν απογοήτευση συσσωρευμένη;

Σαν απελπισία;

Κλείδωσα την πόρτα και κατέβηκα τις σκάλες.

Μέσα στους λυγμούς μου κατάφερα και φώναξα στον εαυτό μου «απόψε δεν γυρνάς σπίτι!».

Και ξεκίνησα να τρέχω μέσα στην βροχή με σκοπό το αίμα της να ξεπλύνει το νερό που είχε χυθεί επάνω μου.

Ένα ταξίδι από το αίμα στο νερό

κείμενο | βασίλης μοτσιολίδης
φωτογραφίες | λευτέρης τσότσος
επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης + τάσος θώμογλου