R

e

j

e

c

t

e

d

W

r

i

t

i

n

g

image

Σάββατο κι ας είναι χίλιες ώρες.

Είναι απαιτητικό το Σάββατο...

Σάββατο, το πιο βαριά ζεμένο γαϊδούρι της εβδομάδας, η πιο αγχωμένη μέρα, όχι για τον άνθρωπο αλλά για το ίδιο το Σάββατο.

Αυτό που στοιβάζει τις περισσότερες απαιτήσεις και πρέπει να τις ικανοποιήσει. Χρόνια τώρα, το σαββατόβραδο στα μάτια του ανθρώπου καθρεφτίζεται ακριβώς όπως και το Κράτος, σαν κάτι που πρέπει να τον υπηρετεί υποτακτικά, να του παρέχει οτιδήποτε αποζητά, ασχέτως αν το αξίζει ή όχι. Σάββατο σκέφτεται ο μάστορας και δεν τον μέλλει αν είναι χίλιες ώρες, γιατί το ίδιο βράδυ θα θέλει να εξαργυρώσει την επιταγή των προηγούμενων ημερών… κι ας ήταν και ακάλυπτη… κι ας κολύμπησε μέσα στη στασιμότητα. Την ευκαιρία δεν χρειάζεται να την παραγγείλεις, στην έχουν φέρει ήδη μπροστά σου σερβιρισμένη στο δίσκο. Την αρπάζεις ή το μόνο που σου πρέπει είναι να τις αρπάξεις;

Στα μπαράκια του Σαββάτου σκάνε ταχυδρόμοι. Πότες μιας χρήσης που δεν πρόκειται να ξαναδείς μέχρι το επόμενο... Δυο παρέες ώριμες αγκαλιάζουν το μπαρ με τη ρομαντικότητα του χθες και το λυπηρό επαναπατρισμό στο σήμερα. Μπορώ εύκολα να διαβάσω τα χείλη τους κι ας είναι κλειστά. Νοσταλγοί μιας εποχής που το γυαλί δεν είχε νόημα στο χέρι σου αν δεν ξαπόσταινε στη μπάρα και παρεξηγημένοι μέσα από τη γνήσια διαπίστωση ότι οι barmen δεν υπάρχουν πια, τους πάτησαν οι μπουφετζήδες. Βολεύουν τους αγκώνες τους σε δυο σπιθαμές πάγκου και γίνονται φυσιοδίφες ενός ιντερνετικού αγώνα.

single photo

Στα ποτάδικα του Σαββάτου το χώμα είναι γόνιμο, φυτρώνουνε τα πάντα. Κάτι κοριτσάκια, ενσυνείδητα προκλητικά, έτοιμα να παζαρέψουν την πραμάτεια τους στη Like-η, μεθυσμένα απ’ την ψευδαίσθηση της μοιραίας. Τυφλωμένα από το μπλε φως μιας μικρής οθόνης, πρόθυμα να επιβεβαιώσουν ακούσια το ολίσθημα του ότι δεν περνάς καλά αν δε δείξεις ότι περνάς καλά… κι ο διαγωνισμός «καλοπέρασης» βαράει τιλτ. Πιο κει, τρεις θηρευτές υπερντυμένοι κι ημιεπίσημοι, από το ίδιο πατρόν, σκανάρουν την περιοχή, τις αποστάσεις, πίνοντας με εικονική αυτοπεποίθηση ένα νερό που καίει. Λίγο μιλάνε μεταξύ τους και τη σιωπή τους γεμίζει μόνο μια τζούρα και το περισκόπιο που στηρίζεται στο λαιμό τους.Όλοι θέλουν να ξεσκάσουν και ταυτόχρονα κανείς.

Ένα ντουέτο, ατόφια γυναικείο, με ματιά πνιγμένη από το λάθος σημείο που το προσγείωσαν, πίνει ένα μπλαζέ ποτό που δυσανασχετεί από τον ακκισμό του φλερτ της τσέπης. Δεν θα καθίσουν πολύ, αναζητώντας αλλού τη γοητεία, ούτε όμως κι οι χυλοπιτοεισπράκτορες με μια ερωτική επιθυμία να τίθεται στο αρχείο χωρίς αυτοκριτική. Στη γωνία και πάντα στη γωνία, μια παρέα απόρθητη, εμφανώς αδιάφορη για την περιρρέουσα ανασφάλεια με μια φιάλη να δένει τα κομμάτια της αυθεντικής της διάθεσης. Δεν χαρίζει ούτε ένα βλέμμα έξω απ’ τον κύκλο και τα μαζεύει όλα,καταργώντας το μοναδικό ισότιμο πράγμα στον πλανήτη, το χρόνο. Παρότι ίδιος, γι’ αυτήν κυλάει γρήγορα ενώ για τους άλλους αργά… Λίγοι ζουν τη μουσική, λίγα στόματα θα δεις να τραγουδάν αντικριστά με έκσταση κι ένα χέρι ακουμπισμένο στον ώμο να ενώνει τη στιγμή τους. Αν, δε, αράξεις στην ηλεκτρονική, δε θα βρεις στίχο να ταυτιστείς, μόνο μια γροθιά ν’ ανεβοκατεβαίνει ακούγοντας μπλιμπλίκια.

single photo

Καμιά διακόσια μέτρα παραπέρα, μια τεράστια «χίπικη» παρέα απλώνει την εφηβεία της σ’ ένα ξύλινο παγκάκι. Παρά την επιτηδευμένη υπερβολή της νιότης και την πεποίθηση ότι η πιο τσιριχτή φωνή είναι δείγμα εξουσίας, ώριμη αρκετά για να καταλάβει ότι δεν ανήκει παραπάνω ούτε και στα mainstream στέκια των συνομηλίκων που καλουπώνουν το επαναστατικό της πνεύμα. Μπύρες, αγχωμένα κυκλάκια καπνού, ξεμοναχιάσματα στα σκοτάδια κι αν είσαι τυχερός θ’ ακούσεις και καμιά κιθάρα. Τριγύρω, άλλα δυο σύμπαντα παράλληλα βαδίζουν αυτόνομα. Ο κόσμος της πίστας, της γαρδένιας και του ελαφρολαϊκού που και ντέρτι να μην έχει, κι αν το’ χει κρύψει μέσα του καλά, θα σκάψει και θα το ξετρυπώσει. Ένα χτύπημα στο σκούρο τραπεζομάντηλο και μια εκτόνωση γεμάτη που ξεπερνά την αρχική υποψία της μπόμπας. Κι ο κόσμος του ροκ μπαρ, ασφαλής μέσα στο ζεστό ημίφως, τα σκουρόχρωμα τι σερτ και μελωδίες γεμάτες έμπνευση, στίχο βαθύ, και φωνές που προκαλούν ανατριχίλα. Ιχνηλάτες της μουσικής, αιώνιοι πολέμιοι του σαββατιάτικου ποτού της συνθήκης και της ωραιοπάθειας.

Αν απομακρυνθείς απ’ τη βαβούρα, θα πέσεις στα καθαρτήρια. Αν δε νιώθεις πολύ αμαρτωλός, θα προσπεράσεις σνιφάροντας τη φαγητίλα, αλλιώς θ’ αφήσεις τις λαχταριστές βρώμικες μπουκιές να ρουφήξουν όλο το παραστράτημά σου, πλάι στους συνταλαίπωρους μαχητές με το αργό, πολύ αργό μάσημα. Στο δρόμο για το σπίτι, ένα τζάμι χνωτιασμένο κι οι απαλοί ήχοι απ’ το τσούγκρισμα του κρασοπότηρου σκεπάζονται από μια ζωντανή πενιά ανάμεσα σε κόσμο που ξέρει ότι το μπουζούκι και το ρεμπέτικο ξεσπαθώνουν μετά τη 01:00. Βλέμματα μισάνοιχτα πάνω από χείλη χαμογελαστά μου δανείζουν το χαμόγελό τους και μια αισιοδοξία στα λίγα τετράγωνα που μου μένουν.

single photo Όχι, μάλλον δε χάθηκαν τα Σάββατα, κάποια μάτια δεν αλληθώρισαν ακόμα.

κείμενο | μιχάλης χασιώτης
επιμέλεια | τάσος θώμογλου + αλέξανδρος κόγκας