Κύμα που "σκάει" στο τσιμέντο

Πόλη άδεια. Να πυρώνει η άσφαλτος και να περπατάς πάνω της μόνος.
Νηνεμία. Ένας εδώ κι ένας πολύ παραπέρα, να συναντιέστε. Κάτοικοι-φρουροί μιας εγκαταλελειμμένης πόλης. Προστάτες της "ήσυχης" Κυριακής σε τσιμεντούπολη με παντζούρια κατεβασμένα.

Άδεια διαμερίσματα, γεμάτα ελάχιστα μπαλκόνια με κεριά αναμμένα, "φιδάκια" αντικουνουπικά και μουσικές από λάπτοπ και ραδιόφωνα.
Μπαράκια γεμάτα ανεμιστήρες. Τηλεοράσεις σε μπαλκόνια, ξεχασμένα θορυβώδεις, να δηλώνουν παρουσία σε ολόκληρη τη γειτονιά.
Γέλια και φωνές, διάσπαρτα σε ακάλυπτους, μπαλκόνια και ταράτσες.

κείμενο | γιώργος παπανικολάου */* φωτογραφίες | τάσος θώμογλου */* επιμέλεια | οδυσσέας κοσμάτος + ιάκωβος καγκελίδης
Ξέρεις τι είναι ο ουρανός;

Ψιλικατζίδικα με τραπεζάκια και καρέκλες έξω, να κερνούν σε περαστικούς, τη βαρεμάρα και την ανία του ρολογιού, σε κουβέντες και διαφωνίες του "να περάσει η ριμάδα η ώρα".
Skype ανοιχτά σε κουρτίνες δωματίων που ανεμίζουν και δεν δίνουν την εικόνα της κουβέντας, με τον δικό σου άνθρωπο.

Μια πόλη με πέντε-έξι διημερεύοντα και διανυκτερεύοντα "φαρμακεία" της καρδιάς. Ένα μαγαζί να μπεις να πάρεις dvd-βαριέσαι να κατεβάσεις ταινία και ένα παγωτό μηχανής από το δίπλα μαγαζί, να γλύφεις την τεμπελιά σου. Γιάφκες λιλιπούτειες να ξεχαστείς και να ξεπεράσεις του Ιούλη την ραστώνη.

Φίλοι με λουριά σκύλων περασμένα στο λαιμό τους, και παραδίπλα τα ίδια που κάνουν πάρτυ στην έξοδο τους από το σπίτι.
Chatάρισμα στο κινητό και χάζεμα στα postαρίσματα γνωστών σου, από τις παραλίες με τα μοχίτο background.

Ξέρεις τι είναι ο ουρανός;

Άξαφνα ένα αυτοκίνητο κορνάρει με άσπρα λουλούδια και κορδέλες. Μέσα το λευκό μοστράρεται δίπλα στο κοστούμι. Μια βέρα στο δεξί φεγγοβολά.
Κάπου στην άλλη άκρη του δρόμου, ένα ζευγάρι μαλώνει. Η ζήλια κάνει παιχνίδι όσο το θερμόμετρο ανεβαίνει. Μια φωνή εκείνου, ένας λυγμός εκείνης. Και τα τζιτζίκια να κάνουν σεγόντο.
Παγκάκια με μπυρόνια εφήβων. Και από δίπλα, σε μια γωνιά, μια "γιαγιάκα" με το φυσερό να κάνει χάζι.

Λευκός Πύργος με μαλλί της γριάς, καραβάκι της βόλτας, δενδρόσπιτο-παραίσθηση Χαλκιδικής.
Ταράτσες-καφετέριες με αθλητική αναμετάδοση ή salsa μουσική.
Μοναξιές ενωμένες, χωμένες σε μια "παραδομένη" Κυριακή στο έλεος της πλήξης.
Τάβλι με πότε ντόρτια, πότε εξάρες, στα σκαλοπάτια μιας εκκλησίας.
Φίλημα ατέλειωτο και άγγιγμα κορμιών, πίσω από ένα δέντρο.
Βγάζεις τοn καπνό και ψάχνεις το φιλτράκι για να στρίψεις τσιγάρο.
Πουθενά ανοιχτό περίπτερο. Ένα τετράγωνο πέρα και αν... Και όπως δίνεις φωτιά στον αναπτήρα, η μεγάλη επιστροφή σταδιακά δηλώνει παρουσία.

Ξέρεις τι είναι ο ουρανός;

Ίδια ώρα σουρουπώνει σε μια θάλασσα. Εσύ εκεί, με ένα φραπέ στο χέρι. Παγάκια δανεικά και ηχεία στο φουλ να αντηχούν ένα αόρατο ωκεανό.
Χαζεύεις το μπλε της θάλασσας, που συναντά το γαλάζιο του ουρανού.
Μπρατσάκια, φωνές, γέλια παραδίπλα. Τάπερ και συνταγές μαγειρικής σε παράταξη εικόνων και λεγομένων.
Πετσέτα θαλάσσης που δεν προλαβαίνει να στεγνώσει γιατί ξαναβουτάς.
Κι ένα βιβλίο γεμάτο δαχτυλιές, αλμύρα, αντηλιακό και άμμο.
Καίει το πόδι στο καλάμι, και δεν σε ενδιαφέρει. Μια ερώτηση ακούς ολόγυρα σε ομπρέλες..."πότε παίρνεις άδεια;" και το άλλο το..."θα πας πουθενά φέτος;"...

Ξέρεις τι είναι ο ουρανός;

Κι ο έρωτας από τη διπλανή σου ξαπλώστρα, έρχεται και κουρνιάζει πάνω σου, με ένα κρύο τσάι στο χέρι.
Νηφαλιότητα ζωής που ξαλεγράρει σε ένα χάδι... και τα γένια σου, δύο ημερών... φιλί στο μάγουλο που γρατζουνά τα χείλη και θα σου ξανακάνει σπυράκια...
Καπέλο που δεν πρέπει να ξεχάσεις, σαν φύγεις και χωθείς στο ατέλειωτο μποτιλιάρισμα της επιστροφής.
Του "τι ώρα είναι;-σου 'χω πει, δεν είναι καλή ώρα επιστροφής αυτή-άλλαξε σταθμό, τι μελαγχολικά τραγούδια είναι αυτά"...

Επιστρέφεις βγαίνοντας από το ασανσέρ, ψάχνοντας τα κλειδιά του σπιτιού σε τσάντα θαλάσσης, ανάμεσα σε μισοτελειωμένα πλαστικά μπουκαλάκια νερού κι αρχινημένες γαλέτες "στραγγαλισμένες" μέσα σε νάιλον σακούλα.
Άναμμα τον θερμοσίφωνα για ξέπλυμα Σαββατοκύριακου που έζησες, απλά και μόνο, ανασαίνοντας. Δίχως άγχος, σφίξιμο στο στομάχι και ενεργοποίηση κάθε κυττάρου του εγκεφάλου. Αυτά όλα, πλέον, εδώ από αύριο θα σε περιμένουν. Καθημερινό ραντεβού που δεν "το στήνεις"...

Ξέρεις τι είναι ο ουρανός;

Κυριακή χαμένη στο mute μιας οθόνης ζωής που το μοντάζ δεν είναι βασικότερο από τη φωτογραφία...
Κυριακή βράδυ, από το μπαλκόνι βλέπεις αυτόν που άναψε τσιγάρο, εκεί κάτω. Και μπαίνεις μέσα. Τραβάς τη κουρτίνα.
Κι ο άνθρωπός σου, μόλις βγήκε από το μπάνιο.
Και τον χαζεύεις, ψάχνοντας το άσπρο μέρος κάτω από το μαγιό του...
Δαχτυλικό αποτύπωμα μιας πλέον μεσίστιας Κυριακής...

Ξέρεις τι είναι ο ουρανός;

κείμενο | γιώργος παπανικολάου
φωτογραφίες | τάσος θώμογλου
επιμέλεια | οδυσσέας κοσμάτος + ιάκωβος καγκελίδης