Και η Νίκη που… ηττήθηκε.

«Δεν ξέρω να μετρώ… ξέχασα», έλεγε.

«Δεν ξέρω να μετρώ. Ίσως ποτέ δεν ήξερα. Ξέρω πως δεν τα καταφέρνω πια. Αυτό, το ξέρω…».

Σ΄ ένα μπαλκόνι που 'μοιαζε να ξεκουράζεται στα χέρια κάποιου. Τρεις γλάστρες παρατημένες. Ένα κουτσό τραπέζι, ρημάδι. Χορεύει άρρυθμα στις επιθυμίες τ’ ανέμου.

Τικ τοκ, τακ τακ τοκ….

Μια κατεβασιά απ’ το λούκι ξερνάει χρόνους. Ο κυρ- Στέργιος δε δίνει σημασία. Έναν αραμπά βαρίδια σέρνει.

Τικ τακ τακ, τικ τικ…τοκ

Δε μιλά.

«Δεν ξέρω να μετρώ… ξέχασα. Δεν ξέρω να μετρώ. Ίσως ποτέ δεν ήξερα. Ξέρω πως δεν τα καταφέρνω πια. Αυτό, το ξέρω.» Τα λόγια της κυράς του, της Νίκης.

Οκτώ χρόνια τώρα μόνος. Μόνος ανακατεύει πλέον κατσαρόλες, μπρίκια, υδρατμούς. Η Νίκη του εξατμίστηκε!

κείμενο | γιώργος κασαπίδης */* φωτογραφίες | γιώργος κασαπίδης */* επιμέλεια | αλέξανδρος κόγκας + ιάκωβος καγκελίδης
Η σταγόνα που ξέχασε να μετρά

Παιδιά του πολέμου και οι δυο, κι ύστερα νέο ζευγάρι και γονείς. Τους σιδερώσανε στις χούντες. Μα η Νίκη πρόλαβε και τον αεροβαφτισμένο της Λευτέρη, τον έδωσε στον κουνιάδο της, να της τον μεγαλώσει. 1968. Εκείνος, τον επόμενο μήνα, βρήκε τρόπο να φύγει στην Αυστραλία και έβαλε στο μάρσιπο της ζωής του το Λευτέρη. Να τον σώσει, να σωθεί. Το 1973 λιώσαν τα σίδερα και ο Στέργιος με τη Νίκη είδαν ουρανό. Τέσσερις «αιώνες» μετά, το ‘77, ο Λευτέρης επέστρεψε Ελλάδα. Μήτε μάνα, μήτε πατέρα γνώριζε και δεν ξεκόλλαγε απ’ τους θειους του. Έφυγε πίσω στην Αυστραλία για ένα καλύτερο μέλλον. Έτσι το σκέφτηκαν τότε. Θα γύριζε αργότερα. Από τότε η Νίκη… ηττήθηκε! Μέρα τη μέρα, έχανε και κάτι από τον εαυτό της. Ο Λευτέρης, όλα αυτά τα χρόνια, ήρθε άλλες δυο φορές… και πάντα έφευγε.

Στη γειτονιά της, την κυρά Νίκη, τη φώναζαν τρελή… ή Αυστραλέζα. Να τη ματώνουν αίματα, να της χυμάνε γύπες.

Κάθε πρωί, με μια διάθεση, έπαιρνε το μαγκάλι της, έβγαινε στην αυλή και τ’ άναβε. Έστρωνε το μακρύ φουστάνι της, του τίναζε τις στάχτες, τα πριονίδια κι έπειτα χτένιζε τα μακριά της μαλλιά σ’ έναν μικρό καθρέφτη μπρος. Όμορφη να την έβρει. Πού και πού, σηκωνόταν στις μύτες των ποδιών της και κοίταζε τον ορίζοντα. Περίμενε με τις ώρες να φανεί ο Λευτέρης της. «Τρελοαυστραλέζαααα, αύριο θα ‘ρθει ο γιος σου… αύριο». Περαστικές κοροϊδίες.

Ύστερα ερχόταν καμιά ψυχή και της έκανε παρέα. Ποτέ δε μίλαε για τον Λευτέρη της. Για φεγγάρια έλεγε. «Όταν βλέπεις στη μέρα φεγγάρι, στη χάση του είναι» ή «Ξαπλωμένο φεγγάρι, όρθιος βοσκός».

Κατά το μεσημέρι, σκόρπαε τ’ αποκαΐδια και μαζευόταν πάνω. Από το παραθύρι του μπαλκονιού της, αρμένιζε. Οι ουρανοί της, η γη της, σεντόνι που κάποιος τράβηξε μεμιάς και εμφανιστήκαν μαύρες τρύπες. Και γλίστρησε, άθελά της η ζωή της μέσα και γυρισμό δεν είχε. Λαβύρινθοι. Και ο Θησέας τους, νεκρός σε αποτεφρώσεις.

Η σταγόνα που ξέχασε να μετρά

Στο καρεκλί της πάνω, με τον καιρό, άρχισε να εκκρεμεί, να ταλαντεύεται μια μπρος και μία πίσω, μια δεξιά και μια ζερβά… κι έλεγε λόγια.

Όταν την τελευταία φορά, τον αποχαιρέτησε και του ‘δωσε φιλιά κι ευχές, πάνε και 15 χρόνια, του υποσχέθηκε να μετρά τις μέρες, τις ώρες, τα λεπτά που θα περνούν για να τον ξανασυναντήσει. Κι έτσι, μετρούσε μέσα της βαθιά, κρυφά κι από την ίδια. Κι όλο μετρούσε. Ώσπου τον τελευταίο καιρό, που ανέμιζε ο νους της, έλεγε πια «Δεν ξέρω να μετρώ… ξέχασα. Δεν ξέρω να μετρώ. Ίσως ποτέ δεν ήξερα. Ξέρω πως δεν τα καταφέρνω πια. Αυτό, το ξέρω».

Εξατμίστηκε η Νίκη!

Κι ύστερα πήγε κάθισε στα μάτια του κυρ- Στέργιου, ως μόνιμη υγρασία.

Κι έπειτα πέρασε ωκεανούς, να βρει τη λευτεριά της.

Και πέταξε ίσα με το Θεό. Τον φίλησε στο στόμα και του επέβαλε να τη φωνάξει «ΜΑΝΑ».

Κι αναρωτήθηκε πάλι, για τελευταία φορά, αν ήξερε ποτέ της να μετρά.

Η Νίκη, η σταγόνα που ηττήθηκε!

Η σταγόνα που ξέχασε να μετρά

κείμενο | γιώργος κασαπίδης
φωτογραφίες | γιώργος κασαπίδης
επιμέλεια | αλέξανδρος κόγκας + ιάκωβος καγκελίδης