Υπήρξε ποτέ, έστω για λίγο, κάτι;

Κι ενώ ακούω την καρδιά του καλοκαιριού να χτυπάει, η δικιά μου με φέρνει πάλι κάπου εκεί μα δεν το θέλω. Στη δύση αυτής της εποχής έκανες την εμφάνισή σου κι όμως κανείς δε σε είχε καλέσει. Παρέμεινες για όσο κανείς δε σε προέτρεψε. Και έφυγες όταν πια έγινες δυστυχώς ανάγκη. Αστραπιαία. Όμως τι σημασία έχει το πόσο όταν πολλοί χαρακτηρίζουν αστραπή την ίδια τη ζωή;

κείμενο | έλλη πράντζου */* φωτογραφίες | έλλη πράντζου */* επιμέλεια | οδυσσέας κοσμάτος + τάσος θώμογλου
Ξέρεις τι είναι ο ουρανός;

Τις βραδιές αυτές του καλοκαιριού δεν ήθελα ποτέ να τις φανταστώ μ’ εσένα αλλού. Πώς να τις αποχωριστεί κανείς, αναρωτήθηκες κάποτε. Εύκολα, θα σου πω τώρα πια εγώ. Εύκολα τις αποχωρίζεσαι όταν δεν περιλαμβάνουν εκείνο το πολυπόθητο «εσένα» που για τον καθένα μας είναι διαφορετικό. Ή και όχι.

Όλες οι «ενδιαφέρουσες καταλήξεις» ενός χειμώνα που σάρωσε τα πάντα έφτασαν στο μηδέν πριν καταφέρουν να εκτιναχτούν στο άπειρο. Θαρρείς και πιάσαμε το νήμα του έρωτα ανάποδα όταν καταλάβαμε πως κάτι τρέχει ανάμεσά μας. Τίποτε δεν έμεινε πια. Μόνο μια ερώτηση τελικά για το αν όντως έστω για λίγο ποτέ υπήρξε κάτι. Έστω αν όντως μια στιγμή μπόρεσε σαν ιδέα μια κτητική αντωνυμία να θελήσει στο μυαλό μας να γίνει πιθανότητα για εμάς τους δυο. Γελάω.

Ξέρεις τι είναι ο ουρανός;

Και ακούγοντας την καρδιά του καλοκαιριού να χτυπάει μέσα στο αυτί μου, ακούω μαζί και κύματα να σκάνε δίπλα στα πόδια μας, ακούω τις ανάσες μας πάνω στην άμμο, όλες εκείνες τις νύχτες αυτής της εποχής που, αν σε μια αδιανόητη περίπτωση όλα αυτά ήταν αλήθεια, δε θα ήθελα και δε θα μπορούσα να τις αποχωριστώ.

Δε βαριέσαι. Όσα περνάνε δεν είναι για να μένουν γι’ αυτό έφυγαν. Λένε. Όλα γίνονται για κάποιον λόγο εξάλλου, έτσι δεν είχες πει κι εσύ; Είσαι εκεί που θέλεις να είσαι, λοιπόν κι εκεί θα μείνεις. Εκεί θα περάσεις και την ανατολή και τη δύση αυτού του καλοκαιριού και δε θα εμφανιστείς πια εδώ ποτέ ξανά. Θα μείνεις εκεί όπου ο ήλιος σε κάνει να θες να δροσιστείς με ένα σωρό φιλιά χωρίς να τα χορταίνεις και τα γεμάτα φεγγάρια ξυπνάνε αισθήσεις που δεν μπορείς να κουμαντάρεις. Ναι, σ’ αυτήν την αγκαλιά μείνε, σ’ αυτήν ανήκεις, σε τίποτε λιγότερο. Κι ας μην ανήκεις στο τέλος πουθενά όπως κανείς μας δεν ανήκει εν τέλει κάπου.

Ξέρεις τι είναι ο ουρανός;

Σκέψεις που μ’ επισκέπτονται κάτι ξημερώματα και με βρίσκουν στο μπαλκόνι σε μια κλισέ εικόνα θαρρείς και γυρνάω ταινία σε ρόλο ηθοποιού, σκηνοθέτη, κομπάρσου, μοντέρ. Καπνίζω και χάνομαι και σε φέρνω κοντά κι έρχομαι εκεί και φεύγουμε και μετά ξυπνάω και ξέρω πως εγώ, εδώ, μόνη όλα τα φαντάζομαι κάτω από έναν ουρανό χωρίς αστέρια ανάμεσα σε αδιάφορες πολυκατοικίες και ανοιχτά παράθυρα γιατί, ναι. Είναι και στην πόλη καλοκαίρι και κάπως πρέπει αυτό να φανεί. Μόνο που εδώ πότε-πότε βρέχει. Προσπαθώντας να ξεπλύνει ο ουρανός όσα δεν ξεπλένουμε εμείς απ’ τις ψυχές μας.

Ξέρεις τι είναι ο ουρανός;

Κι έτσι συνεχίζω κι εγώ κανονικά τη ζωή μου από εκεί που την άφησα. Έχοντας χαρίσει ένα κομμάτι μου στο τέλος ενός Αυγούστου που δε θα μου επιστραφεί ποτέ, ένα βλέμμα σε δυο μάτια που δε θα ξαναδώ κι ένα χαμόγελο σε δυο χείλη που δε θα ξαναφιλήσω. Γύρω μου ένα σωρό αγκαλιές με περιμένουν, με απαιτούν. Μα είναι όλες άδειες.

κείμενο | έλλη πράντζου
φωτογραφίες | έλλη πράντζου
επιμέλεια | οδυσσέας κοσμάτος + τάσος θώμογλου