R

e

j

e

c

t

e

d

W

r

i

t

i

n

g

image

Γλυκά Χριστούγεννα…

Μια ιστορία όλο μέλι

Είναι χειμώνας. Απόγευμα του Δεκέμβρη. Ώρα, περίπου επτά. Ίσως κι αργότερα, δεν έχει σημασία.

Πάντως έχει νυχτώσει. Έξω κάνει κρύο. Μέσα όμως, στο σπίτι, που έχει φορέσει τα γιορτινά του και γι’ αυτά τα Χριστούγεννα, έχει ζεστούλα. Τα παχιά χαλιά έχουν στρωθεί εδώ και αρκετές ημέρες κι από σήμερα που σταμάτησαν τα σχολεία ο Ήρωας μας -το δημοτικό δεν το έχει βγάλει ακόμα- μπορεί να τα χαρεί. Και πράγματι έχει ξαπλώσει επάνω στο παχύ χαλί, για την ακρίβεια, κυλιέται επάνω στο παχύ χαλί, σε κάθε στάση που μπορεί να πάρει το σώμα του, μπροστά στην τηλεόραση, και παρακολουθεί το αγαπημένο του παραμύθι, την «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία» του Ντίκενς, ενώ ανά τακτά διαστήματα μπαινοβγαίνει ανήσυχος στην κουζίνα για να ελέγξει αν όλα είναι εντάξει.

single photo Οκ, ψέμα! Δεν τον ενδιαφέρει καθόλου αν όλα είναι εντάξει. Το μόνο που τον νοιάζει είναι όταν θα επιστρέφει από την κουζίνα, να έχει το λάφυρό του που δεν είναι άλλο από ένα από αυτά τα λαχταριστά μελομακάρονα που μόλις ξεφούρνισε η μαμά και είναι αυστηρά στοιχισμένα μπροστά του, μέσα στη μεγάλη λαμαρίνα και περιμένουν διψασμένα να τα λούσει το ζεστό μελάκι που θα μαλακώσει την ψυχούλα τους και θα δικαιολογήσει το όνομά τους. single photo

Πραγματικά δεν τον ενδιαφέρει τίποτα άλλο. Είναι Χριστούγεννα, ρε! Τι δεν καταλαβαίνετε; Αυτοδικαίως ελευθερώθηκε από το σχολείο και δεν πρόκειται να κρατήσει μολύβι στα χέρια του μέχρι τα Φώτα. Το ορκίζεται. Είναι στο σπίτι του, επάνω στο παχύ χαλί, άρχοντας και πασάς. Πού και πού τον «λυπούνται» οι γυναίκες της κουζίνας και του πηγαίνουν καμιά λιχουδιά σχεδόν στα κρυφά και το μόνο που έχει να κάνει εκείνος είναι να χαμογελάει κάθε φορά μου τον προσφωνούν «γιαβρί μου» οι συγγενείς και οι φίλοι που μπαινοβγαίνουν στο σπίτι μαζί με τις γειτόνισσες που φέρνουν τα πιο καυτά νέα της πολυκατοικίας : Ποια έκαψε τα μελομακάρονα, ποια τσιγκουνεύεται την άχνη στον κουραμπιέ και ποιας το κατάΐφι δεν τρώγετε γιατί είναι απ’ έξω καμένο και μέσα άψητο! Αυτά είναι προβλήματα.

Κι ο «γιαβρής» τη ζωάρα του. Το μόνο που έχει να κάνει είναι οτιδήποτε θα προκαλέσει τον οίκτο των γυναικών της κουζίνας που σχεδόν κρυφά θα του περάσουν ακόμη ένα μελομακάρονο στο σαλόνι.

single photo

Είναι χειμώνας. Απόγευμα του Δεκέμβρη. Ώρα, περίπου επτά. Ίσως κι αργότερα, δεν έχει σημασία. Πάντως έχει νυχτώσει. Έξω κάνει κρύο. Μέσα όμως στο σπίτι που έχει φορέσει τα γιορτινά του και για αυτά τα Χριστούγεννα, έχει ζεστούλα. Τα παχιά χαλιά έχουν στρωθεί εδώ και αρκετές ημέρες μάλιστα σήμερα σταμάτησαν και τα σχολεία, αλλά τον Ήρωα μας – καμιά τριανταριά χρόνια μετά- δεν τον πολυνοιάζει. Ο εργοδότης του τον έχει φορτώσει με δουλειά που πρέπει να παραδώσει στον πελάτη μέχρι τα Φώτα. Δύσκολα τα πράγματα. Έχει αράξει στον καναπέ, έχει ανοίξει την τηλεόραση και παρακολουθεί πολιτικούς να φωνάζουν, να καταγγέλλουν και να καταγγέλλονται, να κυνηγούν ψήφους. Δεν μοιάζει τόσο με Χριστουγεννιάτικη ιστορία αυτό, αλλά δε βαριέσαι… δεν έχει και τίποτα καλύτερο.

Στο διπλανό διαμέρισμα ακούγονται φωνές. Παιδικές φωνές. Λογικό, αφού σήμερα σταμάτησαν τα σχολεία. Θα ξεσαλώσουν μέχρι του Αη Γιαννιού, σκέφτεται. Τι τον νοιάζει! Εκείνος έχει τις δικές του σκοτούρες του. Οι φωνές των παιδιών είναι το λιγότερο. Έχει να εργαστεί για να παραδώσει τη δουλειά, κλασικά πρέπει να πληρώσει το τρίπτυχο φως- νερό – τηλέφωνο, κοινόχρηστα που είναι φουσκωμένα από το πετρέλαιο, να κανονίσει εξόδους, να συναντήσει αυτούς που θα έρθουν, να χαιρετίσει αυτούς που θα φύγουν, να κανονίσει τι θα ψωνίσει, τι θα μαγειρέψει και με ποιους θα περάσει τις Άγιες τούτες μέρες.

single photo

Χτυπάει το κουδούνι της πόρτας και βίαια τον βγάζει από τις σκέψεις του. Σηκώνεται, κρύβει τα παπούτσια που έχει αφήσει σχεδόν στη μέση του σαλονιού, βάζει το χαμόγελό του και ανοίγει την πόρτα.
«Καλησπέρα γείτονα».
«Καλησπέρα κυρά γειτόνισσα».

Δεν τον ξεχνάει ποτέ η Κυρά γειτόνισσα. Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, χρόνια τώρα, κοπιάζει με την πιατέλα της. Κι έχει απ’ όλα μέσα αυτή η πιατέλα. Και κουραμπιέδες, και μελομακάρονα και κανταΐφι. Εκείνος την ευχαριστεί, τις λέει να περάσει στην κουζίνα μέχρι να αδειάσει την πιατέλα, και της την επιστρέφει βάζοντάς της μέσα λίγα σοκολατένια και καραμέλες. Το πιάτο δεν πρέπει να φύγει άδειο από το σπίτι. Του λέει ότι βιάζεται για να μην κάψει τα γλυκά, ωστόσο κάθεται για λίγο ίσα που να μάθει τα νέα του. Άλλωστε στις γιορτές μόνο συναντιούνται πια. Κι εκεί, ανάμεσα στο φώς στο νερό και το τηλέφωνο, δειλά δειλά ξεπροβάλει χαμογελαστό, μέσα στο νάζι, ένα μικρό.

«Γιαγιάαα;;»
«Έλα γιαβρί μου, τώρα έρχομαι»
«Γιαγιά πεινάω», της λέει και κοιτάζει με τα ματάκια του τον Ήρωά μας και την πιατέλα του.
«Έλα πάμε στο σπίτι να σου δώσω εγώ» του λέει η γιαγιά και ξεκινάει τον δρόμο του γυρισμού. Πίσω της ο «Γιαβρής» παίρνει στα γρήγορα το μελομακάρονο που του δίνει σχεδόν στα κρυφά ο Ήρωας μας και συνεχίζει χωρίς προβλήματα πια με τη γιαγιά για το επόμενο.

single photo

Τους χαιρετάει, κλείνει την πόρτα, πηγαίνει στην κουζίνα, παίρνει ένα πιάτο και βάζει ένα από τα κανταΐφια για να διαψεύσει για ακόμη μια φορά εκείνη την παλιά δεισιδαιμονία – δεν θυμάται από πού το είχε ακούσει – ότι η Κυρά γειτόνισσα το κανταΐφι απ’ έξω το καίει και από μέσα το αφήνει άψητο. Κάθεται στον καναπέ, ανοίγει την τηλεόραση, οι φωνές και οι καταγγελίες έχουν τελειώσει, οι πολιτικοί έχουν εξαφανιστεί και μόλις τώρα ξεκινάει η Χριστουγεννιάτικη Ιστορία του Ντίκενς, το αγαπημένο του παραμύθι.

Γλιστράει από τον καναπέ και κάθεται στο παχύ χαλί. Και δεν τον σκοτίζει τίποτα. Γιατί είναι Χριστούγεννα. Και Χριστούγεννα σημαίνει γλυκά και παραμύθια.

κείμενο | αντώνης μπιδέρης
επιμέλεια | αλέξανδρος κόγκας + τάσος θώμογλου