Στο ζενίθ του καλοκαιριού


Πρασακάκη 4. Οδός αριθμός κι όροφος τρίτος.
"Δεν κλείνει η βαλίτσα. Και σου είπα να πάρουμε τη μεγάλη την κόκκινη. Δεν κλείνει-θα χαλάσει το φερμουάρ".
Έτοιμη η Μαρία και ο Μάνος. Τρεις μέρες διακοπές. Μπάνιο, ψυγειάκι- τσάντα, καρεκλίτσες, θερμός, σπαστός καφές και όταν περάσει ο "λουκουμάδες, ντόνατς, με σοκολάτα είναι", θα δώσουν κι ένα δίευρο να σπάσουν την ανία τους. Ένα πορτοφόλι με τα εναπομείναντα από το ταμείο ανεργίας και δώστου να φύγουν για Τήνο.
Να πάρουν την ανηφόρα φτάνοντας στο νησί, με ένα κερί ίσα με το μπόι τους, να χαθούν ανάμεσα στη πολυκοσμία, να γονατίσουν με ήλιο αυτοκράτορα, να προσκυνήσουν, να προσευχηθούν.
Μια δουλειά. Μια δουλειά να βρούνε. Να γίνει ο γάμος. Να μην τους πρήζουν οι γονείς και τα πεθερικά. Η Μαρία γίνεται 33. Γιορτάζει. Και θέλει να γίνει μάνα. Μόνο τότε θα καταφέρνει να γιορτάσει. Ουσιαστικά.
Και μετά την θεία Λειτουργία, με το μαγιό από κάτω, θα πάρουν το λεωφορείο από τη Χώρα, να πάνε σε μια κοντινή παραλία. Το μπανάκι τους και τη δροσιά τους. Δεν τα χαλαλίζουν. Ο Μάνος γκρινιάζει για τα ακτοπλοϊκά. Η Μαρία βάζει το Down Town και ένα περιοδικό με σταυρόλεξα στη τσάντα της και δίχως να του δίνει σημασία, του λέει "πάω στα Μikel να πάρω δυο καφέδες για το δρόμο. Σε περιμένω εκεί".

κείμενο | γιώργος παπανικολάου */* φωτογραφίες | λευτέρης τσινάρης */* επιμέλεια | οδυσσέας κοσμάτος + τάσος θώμογλου
Αύγουστος

Πρασακάκη 4. Οδός αριθμός κι όροφος δεύτερος.
Η Ζέτα και ο Κώστας, περιμένουν τον εικοσάχρονο Μηνά τους. Εκείνος χτυπά το κουδούνι με την αστυνομική ταυτότητα δαγκωμένη στο στόμα. "Απολύθηκα ψαρούκλες, τα μαλλιά μου έκανα μπούκλες" φωνάζει και χτυπιέται από τα γάργαρα γέλια. "Λελέ"!. Είχε ζητήσει από τους γονείς του, με το που γυρίσει σπίτι, με το χαρτί απόλυσης, να είναι έτοιμος ο σάκος με τα θαλασσινά, με την μία, να φύγουν όλοι παρέα για το εξοχικό στη Νικήτη. "Σαν τη Χαλκιδική, δεν έχει". Η μάνα Ζέτα, Ελληνίδα μάνα, απόγονη της Σοφίας Βέμπο, πέφτει στην αγκαλιά του γιού της βουρκώνοντας..."καλός πολίτης, αγόρι μου". Και ο άντρας της, τους κόβει με την θανατερή ατάκα "έλεγξες ότι είναι κλειστός ο θερμοσίφωνας και το μάτι της κουζίνας; Μη φύγουμε και όταν γυρίσουμε μας περιμένει η Πυροσβεστική-οικοδέσποινα"!
Ο "καλός πολίτης" Μηνάς, γυρνάει στο πατέρα του και λέει "στο δρόμο, να περάσουμε και από τη γιαγιά από το κέντρο αποκατάστασης". Γυναίκα μόνη, χαμένη στο αλτσχάιμερ, από το κρεβάτι στο μπαλκόνι του δωματίου και πάλι πίσω. Μόνη σε μια δική της μνήμη. Αυτή που κανείς δεν αναγνωρίζει. 900 ευρώ πλήρη διαμονή και η μοναξιά βασίλισσα με τιάρα.

Αύγουστος

Πρασακάκη 4. Οδός αριθμός και όροφος τέταρτος.
Ο Βαγγέλης ανεβαίνει με το ασανσέρ και επιλέγει το "4". Μόλις γύρισε από τους γονείς του, από τη Στυλίδα. Σε δυο μέρες ξεκινά πρόβες για την καινούργια παράσταση. Δεν έχει μεγάλο ρόλο, αλλά ο σκηνοθέτης τους είπε "μετά το Δεκαπενταύγουστο, σας θέλω πίσω και κείμενο-μελέτη". Χτυπά το κουδούνι και του ανοίγει ο συγκάτοικος, ο Σπύρος. Ο τελευταίος ετοιμάζεται για να πάει να δουλέψει για τριήμερο στη καντίνα στην Αμμουλιανή. Την δουλεύει ένας θείος του, που ήθελε να πάει στη Παναγία Σουμελά, κι έτσι έχει ένα σάκο με δυο εσώρουχα και τρία μπλουζάκια, έτοιμος να φύγει για το ταξίδι του μεροκάματου. Ο Βαγγέλης δεν περιμένει τόσο "κρύα" υποδοχή. Κολλητός του είναι. Συγκάτοικος από συμφοιτητές. Ένα "καλοσώρισες" και ψάχνει το φορτιστή του κινητού του; Ο Σπύρος δεν έχει δουλειά. Με κάτι στη καντίνα, με κάποιες ιστοσελίδες που φτιάχνει, σποραδικά βράδια κρατώντας δίσκο σε μπαράκια, τα κουτσοφέρνει. Από την άλλη, ο Βαγγέλης νέος ηθοποιός και απλήρωτος από μικρού μήκους ταινίες, ψάχνει για σπικάζ και τηλεφωνεί κάθε εβδομάδα για τα χρωστούμενα από μια περσινή παιδική παράσταση που ντυνόταν σαν αποκριάτικο καρναβάλι να παίξει σε ένα παραμύθι της κακιάς ώρας. "Ωραία υποδοχή-φεύγεις;!". Και η απάντηση, "στα είπα στο Messenger, θα πάω Αμμουλιανή. Τι δεν έρχεσαι και εσύ για παρέα;". Τα λόγια της παράστασης πρέπει να μαθευτούν απέξω. Δεν γίνεται. "Μόνος σε άδεια πόλη-just arrived" μουρμουρά και τον αποχαιρετά. Βάζει τέρμα τη μουσική και αρχίζει να χορεύει rock. Η κύρα-Βέφα από δίπλα, χτυπάει το τοίχο. Μπαίνει μέσα στο σπίτι και ο σύζυγός της, ο πάτερ Ηλίας, που μόλις τέλειωσε τα δέοντα για την μεγάλη γιορτή της Παναγίας. "Τι χτυπάς το τοίχο, κυρά; Άσε το παιδί να εκτονωθεί. Μόνος είναι σε άδεια πολυκατοικία. Δεν κυκλοφορεί ούτε κουνούπι".

Αύγουστος

Πρασακάκη 4. Οδός αριθμός και ισόγειο.
Ο Αλί. Διαβάζει μόνος Άγγελο Τερζάκη. Από πέντε χρονών στη Θεσσαλονίκη. Αγαπά την ελληνική γραφή. Οι γονείς του πέθαναν. Ο πατέρας του, πριν τρία χρόνια από καρδιά και η μητέρα του, πριν δύο χρόνια, από μαράζι για ΄κείνον. Ο Αλί βγάζει ένα πακέτο μακαρόνια και το βάζει στη κατσαρόλα που κοχλάζει. Αύριο θα πάει στον Όλυμπο για ορειβασία. Καλοκαίρι στο βουνό. Του αρέσει. Και έπειτα θα πάει με τα ΚΤΕΛ στο Κάστρο του Πλαταμώνα, να κάνει μπάνιο, στη θάλασσα. Όλο τον Ιούνιο διάβαζε για την ιστορία των δώδεκα θεών. Την επόμενη μέρα, κατακόκκινος μετά την ορειβασία, χάνει το πορτοφόλι του και κάνει ωτοστόπ για Πλαταμώνα. Η Αλίκη με το μεταχειρισμένο αυτοκίνητο του μπαμπά της, από Βέροια σταματά. Τον παίρνει μαζί της, στο αυτοκίνητο. Κι όταν δύει ο ήλιος, ο Αλί και η Αλίκη, με δυο πετσέτες πάνω στην άμμο, αγγίζουν τα χέρια και πρωτοφιλιούνται, στην ακτή κάτω από το κάστρο. Το γειτονικό μπαρ, παίζει στα ηχεία Μποφίλιου. "Η καρδιά πονάει πάντα όταν ψηλώνει, να το θυμάσαι μικρή μου καρδιά". Είπανε θα βρέξει. Θα χαλάσει ο καιρός απόψε το βράδυ, λέει ο ένας στον άλλον. Κι ο Αλί προσθέτει "δεν πειράζει. Ας μείνουμε απόψε εδώ. Και αν έρθει κακοκαιρία θα μπούμε μέσα στο αμάξι σου, να κοιμηθούμε. Και αν δεν βρέξει, θα μετράμε τα αστέρια. Μέχρι να ξημερώσει. Θα πετάμε πέτρες μέσα στη θάλασσα ακούγοντας ποια θα κάνει το μεγαλύτερο θόρυβο και ποια θα πάει παραπέρα. Και εκεί, ανάμεσα στο μέτρημα και το πέταγμα, θα ξεπροβάλλει ο ήλιος ο ηλιάτορας, για την πιο αργή και αργία μέρα του Αυγούστου.
Ξέρεις, μου αρέσει να μετράω τα αστέρια. Τα δυο πιο φωτεινά είναι οι γονείς μου. Μας βλέπουν από πάνω και χαίρονται. Εγώ, Αλίκη, όταν μετράω τα αστέρια, ένα πάντα το πετυχαίνω να πέφτει-μη γελάς. Και τότε κάνω μια ευχή. Μα απόψε δεν χρειάζεται. Η ευχή μου ήσουν εσύ. Και είσαι εδώ. Η στιγμή μου και είσαι παρούσα. Ζωή σε ένα κλουβί, θα το ανοίξω και όπου βγει. Δε θέλω άλλα χαμένα καλοκαίρια. Τη νύχτα γίνονται τα θαύματα με δυο φιλιά νυχτερινά. Πλάι στη θάλασσα."

Αύγουστος

Πρασακάκη 4. Οδός, αριθμός, στο κέντρο μιας άδειας πόλης.
Λείπει σε διακοπές. Πόλη, ενοικιαστές στιγμής, ιδιοκτήτες ζωής...λείπουν.
Ένας "φύλακας" εδώ. Ένας άλλος παραπέρα. "Φύλακες-Άγγελοι". Ο ψιλικατζής που από Σεπτέμβρη θα το κλείσει το μαγαζί στη γωνία-δεν πάει καλά. Ο Στράτος ο ταρίφας, που σήμερα θα κάνει μονίμως το δρομολόγιο ΚΤΕΛ, αεροδρόμιο, λιμάνι και στη πιάτσα θα είναι μόνος δίπλα στην οικοδομή. Ο Μάριος στην είσοδο του αστυνομικού τμήματος, που σήμερα έχει βάρδια και βλαστημά θεούς και δαίμονες. Το άλλο Σαββατοκύριακο θα πάει να κάνει κάμπινγκ, μαζί με την αρραβωνιαστικιά του. Αυτοί είναι οι "φύλακες" ενός οικοδομικού τετραγώνου. Που τη νύχτα κάνουν το φεγγάρι και τα αστέρια, μικρό κομπολόι να το παίζουν στα χέρια. Και έτσι ήσυχα, σε απανεμιά, το "Πάσχα του καλοκαιριού" περνά και -κάποια στιγμή- θα λάβει τέλος.

κείμενο | γιώργος παπανικολάου
φωτογραφίες | λευτέρης τσότσος
επιμέλεια | οδυσσέας κοσμάτος + τάσος θώμογλου