R

e

j

e

c

t

e

d

W

r

i

t

i

n

g

image

Μια Χριστουγεννιάτικη, κάπως ερωτική ιστορία

Ραντεβού με την... πραγματικότητα

Δε νομίζω ότι υπάρχει καλύτερη στιγμή για ένα ζευγάρι από το πρώτο τους ραντεβού.

Όταν μάλιστα έχει υπάρξει καθυστέρηση μέχρι την πρώτη συνάντηση, τότε τα αίματα έχουν ανάψει ακόμα παραπάνω και τα κορμιά δύσκολα θα κρυφτούν. Το ίδιο κάνουν ως γνωστόν και τα μυαλά των ανθρώπων. Ακολουθούν τα σώματα σε έναν χορό συνοχής ανάμεσα στο πνεύμα και τη σάρκα.

Η Χριστίνα λοιπόν, για να μην τα πολυλογώ, ήταν ένα κορίτσι με τα όλα του. Εμφανίσιμη, με φυσικές καμπύλες που θύμιζαν κάποιο όνειρο της εφηβείας, μαλλί καστανό και ίσιο που αν και το πιο συνηθισμένο στη χώρα αυτή, σε εκείνην ταίριαζε με το σχήμα του προσώπου της, κατείχε επιπλέον μια ξεχωριστή ικανότητα να διακωμωδεί το κάθε αρνητικό τριγύρω της. Η ασυνείδητη, για την ίδια, επιλογή της να βλέπει τη θετική πλευρά των πραγμάτων είχε ως αποτέλεσμα να σε ελκύει κοντά της, κάνοντάς σε να νιώθεις οικεία. Σαν να βρήκες το σιντριβάνι των όμορφων σκέψεων, λέξεων και στιγμών κι έτσι απλά αποφάσισες πως πρέπει να κατασκηνώσεις δίπλα της, ακόμα κι αν την ήξερες ελάχιστα.

single photo

Τη γουστάρω, κάποιοι ίσως να σκέφτονται, και ισχύει. Από το καλοκαίρι που τη γνώρισα, όταν και ομολογουμένως μου έκανε εντύπωση, κατάλαβα ότι κάτι τέτοιο θέλω κι εγώ στη ζωή μου. Οπότε έκανα ό, τι θα έπρεπε να κάνει κάθε αληθινό και άξιο αρσενικό. Την άφησα να περιμένει, καθώς της την έπεφτε ο κάθε τυχάρπαστος απ’ την παρέα. Ανά τακτά χρονικά διαστήματα όμως, φρόντιζα να κρατάω μια επαφή με ένα τηλέφωνο ή έστω λίγο κουτσομπολιό στο facebook, ίσα-ίσα για να επιβεβαιώνω το ότι με γουστάρει κι εκείνη.

Έτσι, ποτέ δε σταμάτησα να ξέρω ότι πρέπει να το δοκιμάσω μαζί της. Ακόμα κι αν πήγαινε χάλια, έπρεπε να μάθω για το τι είμαστε ικανοί. Και όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, πριν λίγες μέρες δηλαδή, της δήλωσα ότι θα βγούμε ραντεβού.

Πήγα κουρεύτηκα, πήγα πήρα κολόνια, πήγα αγόρασα κι ένα μπλουζάκι να ‘μαι σενιέ πενιέ.

Σηκώθηκα μες στην καλή διάθεση εκείνο το πρωί. Δεν μπορούσε κανείς και τίποτα να μου το χαλάσει. Ό, τι και να μου έλεγες θα χαμογελούσα. Ένιωθα ανάλαφρος, ρε παιδί μου. Τώρα που το σκέφτομαι και το θυμάμαι θα μπορούσα να πω και λίγο ευτυχισμένος.

Ήξερα ότι όλα θα πήγαιναν υπέροχα. Ήξερα πώς θα το πάω, ήξερα ότι με θέλει και τη θέλω. Ήξερα ό, τι χρειαζόταν να ξέρω.

Η πόλη φορεμένη στα λαμπάκια και στα κόκκινα, Χριστούγεννα γαρ. Έπρεπε να το χρησιμοποιήσω υπέρ μου και απευθείας μετά τη συνάντηση, πήγαμε για βόλτα στην Αριστοτέλους για να χαζέψουμε το στολισμό.

«Θα μου πάρεις και μαλλί της γριάς;» ρώτησα σε κάποια άκυρη στιγμή με ένα παιγνιδιάρικο μειδίαμα.

«Όποιος φάει το περισσότερο κερδίζει κι ο χαμένος πληρώνει και των δυο», μου απάντησε χαμογελώντας και για μια στιγμή, για ένα και μόνο δευτερόλεπτο, ένιωσα να τη λυπάμαι που θα πλήρωνε εκείνη στο τέλος του στοιχήματος.

Στα ποτά θα ερχόταν η σειρά μου να πληρώσω. Λίγο κρασάκι κόκκινο, κάπου ζεστά, με χαμηλό φωτισμό και ήρεμη, χαλαρωτική μουσική ήταν το επόμενο βήμα στο περίτεχνα απλό σχέδιό μου.

Ένας φίλος μου χρωστούσε χάρη κι έτσι βολευτήκαμε γρήγορα δίπλα στο τζάμι ενός παραλιακού μαγαζιού. Η ατμόσφαιρα υπέροχη, το «τυχαίο» άγγιγμα των δάχτυλων να κρύβει ανεπαίσθητα το αμοιβαίο ενδιαφέρον και το φως του κεριού να μετατρέπει το απλό ντύσιμό της σε υπερπαραγωγή.

single photo

«Είσαι πολύ γλυκατζής τελικά, ε;» με ρωτάει όταν ζητάω κάτι γλυκό για συνοδευτικό με το κρασί.

«Πώς αλλιώς θα ήμουν τόσο μελένιο αγόρι;» της απαντώ, καθώς τα βλέμματά μας συναντιούνται και κλειδώνουν για μερικά δευτερόλεπτα.

Το αίσθημα που κυριαρχεί νικάει κατά πολύ τις εμπειρίες των τελευταίων ετών. Όταν μπορείς και συζητάς με τον απέναντί σου για ό, τι άκυρο κι αν κατεβάσει ο νους, όταν βλέπεις την προσοχή του στραμμένη ολοκληρωτικά επάνω σου κι ακριβώς το ίδιο διαπιστώνεις για σένα εκείνες τις μικρές στιγμές που καταφέρνεις να ξεφύγεις, τότε αρχίζεις και βλέπεις πως τα πάντα γύρω σου ομορφαίνουν. Δεν ξέρω αν φταίει το ότι φτάσαμε στα τρία ποτήρια, άλλα ξαφνικά οι άνθρωποι μοιάζουν λιγότερο κατσουφιασμένοι, λιγότερο εμπαθείς. Επαληθεύεται το χριστουγεννιάτικο πνεύμα κι έτσι, ίσως έτσι, να δυναμώνει ακόμα περισσότερο.

Καθώς τα μάτια μου βρίσκουν αφορμή να αφεθούν κάπου στο άσχετο, με τις παραπάνω σκέψεις να με γεμίζουν, αντιλαμβάνομαι πως κάτι δεν πάει καλά στο όλο σκηνικό. Μια εικόνα, εντελώς παράταιρη και συγκρουόμενη με το μοτίβο που επέλεγα να βλέπω μέχρι τότε έρχεται και μου χαλάει τη ζαχαρένια.

Στο δρόμο, καμιά δεκαριά μέτρα μακριά μας, έξω απ’ τη ζεστή ατμόσφαιρα και μες στο κρύο, δυο άνθρωποι είναι καθισμένοι καταγής. Ρακένδυτοι, γιατί δεν μπορώ να χρησιμοποιήσω τη λέξη «ντυμένοι» χωρίς να υπερβάλω, προσπαθούν να ζεσταθούν με διάφορα, παράταιρα αντικείμενα. Χαρτόκουτα ανοιχτά, εφημερίδες, οτιδήποτε για να κόβει το αεράκι που ξυρίζει.

single photo

Κατσουφιάζω στιγμιαία, θυμάμαι πως άφησα τη Χριστίνα να μιλάει και στρέφω το κεφάλι μου ξανά προς εκείνην. Χαμογελώ προσποιητά, ενώ ξέρω πως αυτό δεν είναι ευγενικό. Προσπαθώ να συγκεντρωθώ σε κάποια ιστορία απ’ τα παιδικά της χρόνια που είμαι σίγουρος ότι στ’ αλήθεια θέλω ν’ ακούσω, όμως άδικα. Κοιτάζω και πάλι στα κλεφτά τη γυναίκα και το παιδάκι να αγκαλιάζουνε τα ίδια τους τα κορμιά για να παλέψουν τη θερμοκρασία.

«Πρέπει να ξυπνήσω σχετικά νωρίς αύριο. Αλλά αν δε νυστάζεις ακόμα έχω σπίτι λίγη καρυδόπιτα από χθες. Μιας και αμφέβαλες για τις μαγειρικές μου ικανότητες…». Ο ήχος της φωνής της με επαναφέρει ξανά στην τυχερή και ελάχιστα ευγνωμονούσα ζωή μου.

Αφήνω το χαμόγελό μου να απαντήσει και κάνω νόημα στη σερβιτόρα να ‘ρθει.
«Τα κρατάω όλα μαζί;» ρωτάει με τσαχπινιά στη φωνή.
«Ναι, φυσικά, είναι η σειρά μου να πληρώσω» αποκρίνομαι, καθώς η Χριστίνα χαχανίζει.
«Απλώς θα μας ετοιμάσεις και δυο τσάγια χαμομήλι σε πακέτο να πάρουμε μαζί.»
«Δυστυχώς το bar έχει κλείσει τη μηχανή του καφέ» μου απαντάει λίγο απότομα.
«Τότε θα κάνουμε λίγη υπομονή μέχρι να ζεσταθεί το νερό στο γκαζάκι» της λέω κρατώντας στη μούρη μου ένα τυπικό, fake χαμόγελο το οποίο βρήκα αστείο να κρατήσω παρά το ότι έφυγε εμφανώς ενοχλημένη.

single photo

«Έχω κρασί στο σπίτι να πιούμε, εκτός κι αν ετοιμάζεσαι να την αρπάξεις» αναφωνεί το Χριστινάκι και τη συγχωρώ αμέσως. Θέλω κι εγώ να αποκτήσω την ικανότητα να χαμογελώ ασχέτως του τι λέω και να μη μου κρατάει κανείς κακία, ρε γαμώτο.

«Θα το τιμήσω το κρασί σου. Δεν είναι για μας τα τσάγια γλυκιά μου» της απαντώ και κοιτάζω ξανά έξω απ’ το τζάμι.

κείμενο | γιάννης κατάκης
επιμέλεια | τάσος θώμογλου + αλέξανδρος κόγκας