Ντυμένη Νύφη, Πόλη μου

Κι αν χιονίζει και εάν βρέχει, το αγριολούλουδο αντέχει. Μια πόλη βουτηγμένη στο λευκό. Είχε ξεχάσει την αγνότητα της φύσης. Η πόλη ζούσε σε ρυθμούς διέλευσης, ταραχής και αγχωτικής ανέλιξης. Και τώρα παύση. Άξαφνα, όλα ακίνητα. Επιταγμένα στην χαμηλή θερμοκρασία. Μια πόλη στο μείον, που έμαθε μια ζωή να απολαμβάνει το συν-τώρα αιχμάλωτη σε αλυσίδες.

κείμενο | γιώργος παπανικολάου */* φωτογραφίες | τάσος θώμογλου */* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης
Όνειρο Λευκό
Όνειρο Λευκό

Πόλη σε χειμερία νάρκη. Με τα φώτα από τα μπαλκόνια των πολυκατοικιών αναμμένα. Το χέρι έτοιμο να ακουμπήσει το διπλανό χέρι, της μοναξιάς και της απόγνωσης. Μια γυναίκα γλίστρησε και έπεσε πάνω στο δέντρο-ένα Ε.Κ.Α.Β. σε λεπτά που περνάνε σαν ώρες.

Οι ελάχιστοι κυκλοφορούν στο δρόμο. Οι ελάχιστοι και οι "τρελοί".  Όσοι έχουν επείγουσα δουλειά, ή νομίζουν πως είναι επείγουσα, και κάποιοι "σαλεμένοι"-παρέες νιάτα που χασκογελάνε αγέρωχα στο μάταιο της καιρικής συνθήκης.

Όνειρο Λευκό
Όνειρο Λευκό

Πόλη της εκμετάλλευσης, του κρατικού μηχανισμού που γεννήθηκε ανέτοιμος και έτσι πορεύεται. Πόλη του ωτοστόπ, που εκεί που δεν το περιμένεις θα σε πάει στην ελπίδα. Πόλη του ταρίφα που θα βροντοφωνάξει ότι επιτελεί κοινωνικό έργο και η ειρωνεία πάει σύννεφο. Σύννεφο τώρα και σε λευκό. Πόλη της κατάλευκης στάσης λεωφορείου που εκείνο άργησε να έρθει-σε συνολικές αργοπορίες.

Θεσσαλονίκη που θα μαζευτεί σε μπαρ. Θα γίνει μια παρέα δίπλα από ένα ρούμι και μια καλή μουσική και θα χαβαλεδιάσει για τις φακές της Χριστίνας που δεν της πέτυχαν χθες το βράδυ.
Πατάς το χιόνι σε πόλη σιωπηρή και ο ήχος σε αγαλλιάζει. Σαν παρθενικός υμένας που σπάει την σιωπή του πιο ερωτικού ασπρόμαυρου που 'χεις ποτέ σου ζήσει. Πόλη της πυροσβεστικής που πλέον γίνεται ψυχολογική σου στήριξη. Σαν νοσοκομείο που σου δίνει την χαρά πως η νύχτα θα ξημερώσει και το πρωί όλα θα είναι σίγουρα καλύτερα.

Όνειρο Λευκό
Όνειρο Λευκό

Μητέρα φύση, με λυγάς στην αρχή της χρονιάς, να μου υπενθυμίσεις την δύναμη σου.
Πόλη που μου βρίσκεις την ελπίδα, για ένα όνειρο λευκό μπροστά στα μάτια. Να ηρεμήσω στο σπίτι. Να σπαταλήσω θέρμανση, θερμοσίφωνα, ευρώ, μα και χρόνο για μένα. Για την οικογένεια μου. Για τους φίλους μου.
Πόλη που παίρνουν φωτιά τα τηλέφωνα. "Τι έγινε; Έφτασες στη δουλειά;...Ανησυχώ. Πάρε με, όταν φτάσεις".

Πόλη του χιονιού και της έγνοιας. Το ένα φέρνει το άλλο. Ασυνείδητα. Αυτόματα.
Πόλη της συμπαράστασης. Φαρμακείο της "καθημερινής τρέλας", ντυμένη νύφη πόλη μου.
Καφές για δύο σε τραπεζάκι τίγκα στο χιόνι. Και τις γλάστρες μου, να τις βοηθήσω και να τις μιλήσω. Ακούνε τα λουλούδια και από τα λόγια αντέχουν το κρύο.
Πόλης της σιωπής που ανθίζει σε τετραγωνικά διαμερισμάτων.

Όνειρο Λευκό
Όνειρο Λευκό

Μια ταινία, όλοι παρέα να δούμε το βράδυ. Να ξεστολίσουμε το δέντρο. Να συμμαζέψουμε την βιβλιοθήκη. Να σε βοηθήσω στο γλυκό που θα ψήσεις. "Πόσα κιλά θα βάλω φέτος; Δεν με λυπάσαι στάλα;". Πόλη και μέσα στα σπίτια του πανικού. "Αύριο, πώς θα πάω στο γραφείο;"..."Εγώ, πού έχω να ταξιδέψω, τι μου λες;"...  

Πόλη που δεν ανάβουν τα φλας από τα αυτοκίνητα. Πόλη που κινείται με "φώτα χαμηλά". Κόσμος-λίγοι που γίνονται γροθιά στους άδειους δρόμους. "Αν είναι να πέσουμε, να φάμε την τούμπα, κράτα με, να πέσουμε μαζί." Μήπως είχαμε γλιστρήσει ήδη σε μια τρεχάλατη ζωή και τώρα, καταλάβαμε τον προσωπικό μας κατήφορο;  

Όνειρο Λευκό
Όνειρο Λευκό

Πόλη του τσαγιού. Τσάι και συμπάθεια. Ότι μας έμεινε σε αυτή την μικρή ζωή. Τσάι και συμπάθεια. Της κόκκινης πλατείας, το ζεστό βάλσαμο να ρέει στα σωθικά, να διώξει το μικρόβιο της στενομυαλοσύνης που μας δέρνει. Όλα μάταια, τελικά. Σβήνουν μπροστά σε μια ξυλόσομπα. Λάγνα χέρια τρίβουν το είναι τους, και κοιτάνε τον απέναντι με το πιο φιλικό βλέμμα.
Οι άνθρωποι συγκοινωνούντα δοχεία μόνο, σε αυτή την πόλη. Κανένας άλλος σωλήνας δεν μεσολαβεί. Και όσοι υπήρχαν έσπασαν και φτιάξανε σταλακτίτες, στις οροφές της σιγουριάς μας.

Πόλη της εγκατάλειψης. Του- από καιρού- χαμένη πόλη. Έρμαιη στην πρώτη λαίλαπα ενός θηλυκού τυφώνα με το όνομα Αριάδνη. Όνομα γυναίκας που σαρώνει και προδίδει.
Πόλη της αγκαλιάς. Δυο ανοιχτά χέρια να σου ζεστάνουν τα άκρα και την ψυχή. Στο ναρκοπέδιο του παγετού, μια αγκαλιά σε σώζει. Μόνο.

Όνειρο Λευκό
Όνειρο Λευκό

Πόλη των δακρύων. Που ρέουν απογοητευμένα μπροστά στην ανημποριά του ανθρώπου. Του άστεγου. Του μετανάστη. Του διπλανού σου. Του ανθρώπου που είναι δικός σου άνθρωπος. Συνάνθρωπός σου, άνθρωπε.

Βγήκα στο μπαλκόνι να αφήσω αποτύπωμα στο πάτωμα, πάνω στο χιόνι. Έπεφτε γοργά και άρχισε να σβήνει την μνήμη που το πάτησα. Κάπως έτσι δεν είναι και ο άνθρωπος, μέσα στην μικρή του ζωή; Μύρισα το κρύο και κοίταξα ψηλά. Όλα τόσο προδομένα γύρω μου, από την σύγχρονη εποχή. Μόνο στον λευκό ουρανό, συνομωτικά, υπήρχε ο άγγελος της μοναξιάς αυτής της πόλης. Να προστατεύει τους τελευταίους τροχούς από τα γρανάζια μιας ανελέητης ζωής.

Όνειρο Λευκό
Όνειρο Λευκό

Και ύστερα βγήκε ο εξάχρονος Αλέξανδρος, δίπλα μου στο μπαλκόνι, με ένα καρότο και δυο μαύρα κουμπιά και μου είπε: "μπαμπά; Θα φτιάξουμε μαζί έναν χιονάνθρωπο;" Και γέλασα και τον φίλησα στα μάτια.  

Σε μια ζωή που με γέλασε και εγώ την φίλησα στο στόμα.  

Όνειρο Λευκό
Όνειρο Λευκό

κείμενο | γιώργος παπανικολάου
φωτογραφίες | τάσος θώμογλου
επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης