Κάτι από το χτες μας το αγέννητο

«Νέα σου δεν έχω.
Η φωτογραφία σου στάσιμη.
Κοιτάζεις σαν ερχόμενος
χαμογελάς σαν όχι.»


-Κική Δημουλά

Οι φωτογραφίες σου. Αυτές ναι. Αυτές που πρόλαβα να δω, εκείνες που πρόλαβες να μου στείλεις, όσες άλλες ακόμη υπάρχουν παγωμένες στο γυαλί. Όλες τους να καλύπτουν κενά που εσύ ποτέ δε θα τολμήσεις. Με βολεύουν οι φωτογραφίες σου, ξέρεις. Είναι εσύ χωρίς να με τρομάζουν. Εσύ χαμογελάς κι εγώ βάζω έτσι αυθαίρετα ένα «μου» ανάμεσα στο «να» και το χαμόγελό σου. Εσύ με κοιτάζεις μέσα στα μάτια κι ας ξέρω ότι εκείνος που είχε την τύχη να φυλακίσει το βλέμμα σου ήταν μόνο ένας φωτογραφικός φακός κάπως κάπου κάποτε. Εσύ γελάς. Γελάς με όλη σου την ψυχή κι εγώ χαίρομαι λες κι ήμουν η αιτία που σ’ έκανε να ξεσπάσεις σε τέτοια γέλια. Χαίρομαι. Και μετά…μετά απλώς ξυπνάω. Ώσπου παγώνω σαν άλλο είδωλο μπροστά σε μια άχαρη οθόνη γεμάτη pixels που μάταια προσπαθούν να το παίξουν παρουσία στη θέση σου. Όχι. Δεν είσαι εσύ. Κι είναι στις στιγμές τις διαύγειάς μου που συνειδητοποιώ πόσο απειλητικά με έχει αγκαλιάσει η παράνοια.

κείμενο | έλλη πράντζου */* φωτογραφίες | έλλη πράντζου */* επιμέλεια | τάσος θώμογλου + ιάκωβος καγκελίδης
to-koritsi-stis-fotografies-sou
to-koritsi-stis-fotografies-sou

Μα εσένα βλέπεις… εσένα δεν κατάφερα ποτέ να σου μιλήσω. Να σου μιλήσω για όλα εκείνα που σκέφτομαι όταν η μορφή σου κατακλύζει το μυαλό μου. Δηλαδή σχεδόν συνέχεια τώρα πια. Να σου μιλήσω για όλα εκείνα που μ’ έκανες να αισθανθώ τις ελάχιστες κλεμμένες και μισές στιγμές που υποτίθεται ότι μοιραστήκαμε με δόσεις. Δεν κατάφερα ποτέ να σε κάνω να καταλάβεις σε τι πανικόβλητους ρυθμούς χτυπούσε η ήδη ταραγμένη καρδιά μου όταν στ’ αλήθεια σε είχα δίπλα μου. Όταν με άγγιζες τυχαία ή επίτηδες, όταν με χάιδευες ή όταν παγίδευες τα χέρια μου με μια τρυφερότητα που ακόμη αναρωτιέμαι από πού είχε ξεφυτρώσει θέλοντας να τα ζεστάνεις.

Δε σου μίλησα για εκείνες τις αγκαλιές που πριν καν το καλοσκεφτώ με άρπαζες και μου έδινες αβέρτα. Δε σου είπα ότι ένιωσα από την πρώτη κιόλας φορά πως στη δική σου αγκαλιά είναι λες κι ανήκω. «Ανήκω». Μη δίνεις σημασία. Δε θέλησα ποτέ μου ν’ ανήκω πουθενά. Εγώ ποτέ μου δε συμπάθησα ούτε τις αγκαλιές. Μα δε σου είπα πως ίσως αυτό να ήταν αποτέλεσμά του ότι περίμενα πάντα μία σαν τη δική σου. Εσένα δεν κατάφερα ποτέ να σε κοιτάξω κατευθείαν στα μάτια από φόβο μήπως τελικά εκείνα όντως με προδώσουν και πέσω στα δικά σου ως λαβωμένη από έρωτα για πάρτη σου.

to-koritsi-stis-fotografies-sou
to-koritsi-stis-fotografies-sou

Δε σου έδωσα τίποτε δικό μου. Κι είναι κρίμα γιατί τώρα που «μιλάμε» αντί να μετανιώνω θεωρώ πως έκανα καλά. Έκανα καλά που δεν εμπιστεύτηκα τον άλλο μου εαυτό στα άστατα χέρια σου. Έκανα καλά που δεν αφέθηκα στα τόσο αγαπημένα ψέματά σου, εκείνα που ο άγγελος μέσα μου πέθαινε να πιστέψει την ίδια στιγμή που ο διάβολος δεν άκουγε ούτε λέξη και μου ψιθύριζε «κάνε χειρότερα και φύγε».

Ευτυχώς ισορρόπησα κάπου στη μέση γιατί σε νοιάζομαι γαμώτο σου. Κι έτσι ούτε καταστράφηκα μα ούτε σε κατέστρεψα και να το ξέρεις: θα μπορούσα. Μα κοίτα. Μου λείπεις. Πάντα θα μου λείπει το κορίτσι αυτό που γελάει στις φωτογραφίες, με κοιτάζει από φωτογραφίες, μου χαμογελάει από φωτογραφίες, με προκαλεί από φωτογραφίες κι έχει στα μάτια της κάτι από το χτες μας το αγέννητο. Πάντα θα μου λείπει το κορίτσι εκείνο το αφημένο στην αιώνια στιγμή του πρώτου μας φιλιού, το σκαλωμένο στην επαφή του πρώτου βλέμματός μας, το ανυπόμονο για την επόμενη κρυφή μας συνάντηση, το κορίτσι της πιο παρορμητικής αγκαλιάς που ένιωσα ποτέ μου.

to-koritsi-stis-fotografies-sou
to-koritsi-stis-fotografies-sou

Πάντα θα μου λείπει το κορίτσι που κάθε Παρασκευή βράδυ μου χάριζε τη θέα όλης της πόλης κι έκανε το κρύο φωτιά για μένα μόνο. Μη γελάς. Ήθελα να πιστεύω πως ήταν για μένα μόνο κι ας ήξερα. Πάντα θα σκέφτομαι την απαλή της φωνή σε συνδυασμό με το χαωμένο μου βλέμμα που λες κι από ένστικτο προσπαθούσε να μην έρθει σε επαφή με τα δικά της μάτια.

Χανόταν το βλέμμα μου στα φώτα των δρόμων, που λες, για να μη χαθεί στο δικό σου. Για να μη δεις μέσα απ’ το για πρώτη φορά ευάλωτο περίβλημά μου ότι μπορώ να νιώσω, να νιώσω ακραία κι ότι εσύ ήσουν τελικά αυτή που το κατάφερε. Άλλαζα κουβέντα στις επιθυμίες σου για να μην καταλάβω ότι ήταν και δικές μου. Για να μη με δεις γυμνή από άμυνες και τείχη. Έκανα πολύ κόπο να τα χτίσω ξέρεις τόσο γερά. Μου πήρε χρόνια κι εμπειρίες που δε θα μπορέσεις ποτέ σου να διανοηθείς για να γίνω διάολος στερούμενος συναισθήματος και τύψεων. Ποια νομίζεις ότι είσαι τελικά;

to-koritsi-stis-fotografies-sou
to-koritsi-stis-fotografies-sou

Γι’ αυτό σου λέω. Με βολεύουν οι φωτογραφίες σου. Γιατί εκείνες ακόμη μπορώ να τις κοιτάζω φορτωμένη τόσα συναισθήματα που σε ‘σένα ποτέ δε θα άξιζε να φανερώσω. Κι ας είναι η τελευταία εικόνα κι ευχή μου κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ μια παγωμένη στιγμή στο παρελθόν όπου σε κρατούσα αγκαλιά πάνω απ’ όλη την πόλη και το άπειρο κι ύστερα με φιλούσες λες κι αύριο δεν υπήρχε. …

Δεν υπήρχε

«Ίσως πάλι να ανταμώσουμε,
αλλά εκεί που μ' άφησες
δεν πρόκειται ποτέ να με ξαναβρείς.»


-Μ. Μπρεχτ

κείμενο | έλλη πράντζου
φωτογραφίες | έλλη πράντζου
επιμέλεια | τάσος θώμογλου + ιάκωβος καγκελίδης