Μια ελεύθερη, μαγική εικόνα

Ήταν βράδυ. Περπατούσα κάπου στα όμορφα στενά μιας πόλης όπως αυτή που μένουμε και οι δύο. Περπατούσα χωρίς να ξέρω πού πηγαίνω προσπαθώντας να ξεχάσω εσένα αλλά με πραγματικό στόχο το να μη σε ξεχάσω ποτέ. Στ’ αυτιά μου έπαιζε στο repeat το La valse D’ Amelie, το ορχηστρικό, ξέρεις. Πονούσα ακόμη και ούτε που ήξερα πόσος καιρός είχε περάσει πια.

κείμενο | έλλη πράντζου */* φωτογραφίες | έλλη πράντζου */* επιμέλεια | αλέξανδρος κόγκας + τάσος θώμογλου

Δεν το ήθελα να με βλέπω άλλο έτσι, δε με άντεχα άλλο, ούτε με αναγνώριζα. Όμως στα μάγουλά μου υπήρχαν ακόμη τα «δρομάκια» που σχηματίζει η υγρασία όταν τα δάκρυα φεύγουν μόνα τους ενώ εσύ νομίζεις ότι δεν μπορείς πια να νιώσεις τίποτε περισσότερο. Τότε που αισθάνεσαι ότι τα πάντα μέσα σου έχουν παγώσει.

Ξαναζούσα στιγμές, ξαναζωντάνευα λόγια, αναβίωνα αισθήσεις και ξυπνούσα πάλι συναισθήματα που πίστευα ότι είχαν πεθάνει ή πως δε γεννήθηκαν ίσως ποτέ. Το χαμόγελό σου και το βλέμμα σου δεν έλεγαν να σεβαστούν την ανάγκη μου για λίγη ηρεμία. Με ακολουθούσαν κατά πόδας, πολλές φορές τα έβρισκα και μπροστά μου, τόσο ανελέητα εξακολουθούσαν να είναι, ακόμη και ως αναμνήσεις. Ποιον κοροϊδεύω, όμως; Τα αποζητούσα.

Το Όνειρο

Κοντοστάθηκα σε ένα σημείο που μου θύμισε το μέρος όπου σύχναζες και που θέλησες να μου μάθεις κι εμένα για να περνάμε λίγες ώρες εκεί μαζί. Οι δυο μας. Κάθισα κάπου και κάρφωσα τα μάτια μου στη θέα. Στον ουρανό, σ’ εκείνα τα ατμοσφαιρικά σπίτια που μας αρέσουν τόσο πολύ, σε όλη την πόλη που απλωνόταν μπροστά μου μαρτυρώντας ζωή. Ένα ζευγαράκι λίγο πιο δίπλα λειτουργούσε ως το τέλειο κοντράστ αν κάποιος αποφάσιζε να απαθανατίσει τη στιγμή. Από τη μία εγώ, μόνη μου, χαμένη στα χτες κι από την άλλη μέλια, σιρόπια, φιλιά κι αγκαλιές. Από αυτές που δεν ανταλλάζουμε πια εμείς.

Πόσοι ερωτεύονταν άραγε εκείνη τη στιγμή; Πόσοι χώριζαν; Πόσοι μοιράζονταν στιγμές και πόσοι πονούσαν; Πόσοι θα με ένιωθαν αφού εσύ δεν μπόρεσες να το κάνεις; Έκλεισα τα μάτια μου και σε αισθάνθηκα δεξιά μου να με κοιτάζεις και να προσπαθείς να με κάνεις να γελάσω. Δεν ήταν και δύσκολο, πάντα τα κατάφερνες στο τέλος. Πάντα με έκανες να χαμογελάω μα και να αναστατώνομαι.

Το Όνειρο

Νόμιζα πως χάνω το μυαλό μου στιγμιαία όταν βυθίστηκα τόσο πολύ στη σκέψη σου που ζωντάνεψα ακόμη και την αγκαλιά σου. Και τι δε θα έδινα να ξανακρυβόμουν σ’ αυτήν για όσο.

Τόσος συναισθηματισμός, αλήθεια, από πού μου είχε ξεφυτρώσει; Ήταν αστείο για έναν άνθρωπο σαν εμένα αν το καλοσκεφτείς. Άναψα ένα τσιγάρο και άφησα τον καπνό να ξεχυθεί από μέσα μου λες και ήταν όλα όσα θα ήθελα να βγάλω και δεν μπορούσα. Να τα ξεριζώσω ήθελα για την ακρίβεια αλλά πόσο πιο μελοδραματική να γινόμουν; Θα μου άρεσε πάντως να μοιραστώ ένα τσιγάρο μαζί σου κι ας το είχες κόψει. Ένα τσιγάρο, έστω κι αν παραμέναμε αμίλητοι για όσο κρατούσε. Το ζευγαράκι σηκώθηκε, πιάστηκαν χέρι χέρι και κατηφόρισαν για όπου. Μαζί.

Το Όνειρο

Έφερα στο μυαλό μου το πρόσωπό σου, τα χέρια σου και προσπάθησα να σε ακούσω να μου μιλάς για το πώς είχες περάσει τη μέρα σου μ’ εκείνον τον παρορμητικό σου τρόπο που με κέρδιζε. Άραγε ήταν σωστή η χροιά της φωνής σου έτσι όπως την είχα συγκρατήσει ή ο χρόνος την είχε αλλοιώσει εντελώς;

Δε θα σε ξαναέβλεπα ούτε θα σε ξανάκουγα ποτέ. Έχτιζα, λοιπόν, ό,τι μπορούσα με βάση τη μνήμη. Την περιορισμένης δύναμης ανθρώπινη μνήμη που δε λυπάται τίποτε και σβήνει λεπτομέρειες όσο κι αν προσπαθείς εσύ να γαντζωθείς από αυτές για να μην ξεθωριάσουν τα πιο σημαντικά κομμάτια της ζωής σου. Πόσο πολύ μου έλειπες γαμώτο. Και πόσο ηλίθια ένιωθα ξέροντας ότι εσύ ούτε καν με σκεφτόσουν τώρα πια.

Η μουσική ακόμη στο repeat συνέβαλλε στο να κρατιούνται τα μάτια μου συνέχεια υγρά. Το χρειαζόμουν. Στην καθημερινότητά μου γελούσα, ήμουν υπεράνω, είχα προχωρήσει, δε με ένοιαζε πια. Στην καθημερινότητά μου δε γινόταν να λειτουργήσω διαφορετικά κι έτσι εφάρμοσα το «σκάσε και κολύμπα» για να μη βουλιάξω.

Το Όνειρο

Όμως τα πάντα σου ήταν μέσα μου ακόμη ζωντανά. Είχα δικαίωμα κι ανάγκη να βρίσκω πού και πού κάποιες ρωγμές στον χρόνο για να ξεσπάω, να σε «ζω», να κλαίω, να «γαμιέμαι» ως εκεί που δεν πάει γιατί σε αγαπούσα και απλώς δε γινόταν αλλιώς.

Σηκώθηκα κι αποφάσισα ότι είχε έρθει η ώρα να φύγω από ‘κει, είχα πάρει τη δόση μου για μια νύχτα. Καθώς ανηφόριζα πέρασα μπροστά από ένα παγκάκι ακριβώς σαν εκείνο που σε έβλεπα να κάθεσαι όσο με περίμενες να εμφανιστώ στα ραντεβού μας. Στάθηκα λίγο και σε φαντάστηκα να έρχεσαι αυτήν τη φορά εσύ προς το μέρος μου. Μου φάνηκε περίεργο που δεν είδα τριγύρω κανέναν. Πού είχαν πάει όλοι ξαφνικά; Ένιωσα λες και γύριζα σκηνή από ταινία όπου ο πρωταγωνιστής στο τέλος μένει εντελώς μόνος του.

Ξαφνικά μια φωνή ζεστή και γνώριμη ακούστηκε δίπλα μου και με έκανε να πιστέψω ότι είχα αρχίσει να τρελαίνομαι πια στ’ αλήθεια. Δεν μπορεί να ήταν η δική σου φωνή. Μου φάνηκε σαν να είχα ακούσει το όνομά μου μα δεν ήμουν σίγουρη.

Το Όνειρο

Γύρισα διστακτικά και τότε σε είδα. Ήσουν και πάλι εκεί, σαν να μην είχε περάσει ούτε μια μέρα από την τελευταία μας φορά. Σαν να μην είχαμε πει ποτέ εκείνο το δίχως νόημα αντίο. Δε σε άφησα να μιλήσεις, η παρόρμηση και η λαχτάρα με νίκησαν. Έπεσα στην αγκαλιά σου σαν μικρό παιδί κι ευχόμουν απλώς να μείνω εκεί για πάντα. Σ’ αγάπησα μωρέ. Σ’ αγάπησα και δε φαντάζεσαι πόσο με πονάει η έλλειψή σου.

Σ’ αγαπάω, ψιθύρισα ανάμεσα στις προσπάθειες που έκανα για να μην κλάψω. Κάτι απάντησες μα δεν κατάφερα να ξεχωρίσω λέξεις. Ίσως ήταν ένα «κι εγώ» σαν αυτό που ευχόμουν ν’ ακούσω από σένα κάποτε, όλα τα βράδια που είχα περάσει μακριά σου. Ίσως και να ήταν, μα δεν το άκουσα.

Δεν το άκουσα γιατί ξύπνησα βίαια για να διαπιστώσω ότι για μία ακόμη νύχτα σε ένιωσα στον ύπνο μου να με αγαπάς σχεδόν όσο εγώ εσένα…

Το Όνειρο

κείμενο | έλλη πράντζου
φωτογραφίες | έλλη πράντζου
επιμέλεια | αλέξανδρος κόγκας + τάσος θώμογλου