Σιδηροδρομική Ιστορία

Το 1922, μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, πολλοί πρόσφυγες κατέφυγαν στη βορειοδυτική πλευρά της Θεσσαλονίκης και ίδρυσαν τη Νέα Μαινεμένη. Από το 1926 μέχρι το 1929 ανήκε στην κοινότητα Χαρμάνκιοϊ. Από το 1929 μέχρι το 1934 η περιοχή αυτή έγινε τμήμα του Δήμου Θεσσαλονίκης. Το 1935 αποσχίσθηκε και δημιουργήθηκε η κοινότητα Νέας Μαινεμένης, ενώ το 1982, άλλαξε όνομα κι έγινε πλέον δήμος Μενεμένης. Το 2011 ενώθηκε με το δήμο Αμπελοκήπων, κι από τότε μέχρι σήμερα αποτελεί το δήμο Αμπελοκήπων Μενεμένης.

κείμενο | ερωδίτη παπαποστόλου */* φωτογραφίες | ερωδίτη παπαποστόλου */* photo edit | λευτέρης τσινάρης */* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης + οδυσσέας κοσμάτος
traina

Το 1928 ολοκληρώθηκε η ανέγερση του Ιερού Ναού Αγίας Παρασκευής, από την οποία πήρε το όνομά της και η ομώνυμη οδός. Εκεί βρίσκεται μέχρι σήμερα το ηλεκτρο-αμαξοστάσιο του ΟΣΕ.

Οι σιδηροδρομικές γραμμές, μοιάζουν να εκτείνονται προς το άπειρο, και κάθε φορά που κάποιο τρένο πλησιάζει για να εκτελέσει το δρομολόγιό του, το χαρακτηριστικό σφύριγμά του αντηχεί σε όλη τη γύρω περιοχή. Οι μπάρες κατεβαίνουν κι εκείνο περνά από μπροστά μας με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Μια μαγική θολούρα, που μοιάζει να βγήκε από κάποιο όνειρο. Μοιάζει να ξεπήδησε από κάποιο παραμύθι. Μας κάνει, να χαμογελάμε ασυναίσθητα, και να ευχόμαστε να ταξιδέψουμε μαζί του, γιατί όπως λένε «Δεν είναι ο προορισμός που μετράει, αλλά το ταξίδι…»

traina

Η παρακάτω ιστορία, είναι αφιερωμένη στη μνήμη ενός πολύ αγαπημένου μου προσώπου. Την αφιερώνω επίσης σε όλους εσάς, που αγαπάτε τα τρένα…

«Θέλω να πάω στα τρένα…», έλεγε και ξανάλεγε.

Πάντα του άρεσαν τα τρένα… Οι σιδηροδρομικές γραμμές του έδιναν την αίσθηση ενός ατελείωτου ταξιδιού…

«Όταν ταξιδεύεις με το τρένο, είναι σαν να ταξιδεύεις στο όνειρο», συνήθιζε να λέει.

Τον ξεκούραζε να τα κοιτάζει καθώς περνούσαν, πλάθοντας ιστορίες για φανταστικά μέρη που περίμεναν τους επιβάτες στο τέλος κάθε σταθμού. Ήταν το μόνο μέσο που χρησιμοποιούσε όταν ταξίδευε. Καθώς τα τοπία εναλλάσσονταν με γρήγορες ταχύτητες, ένιωθε ότι κάθε φορά αντίκρυζε ένα διαφορετικό κόσμο.... Κι όταν η ομίχλη σκέπαζε τα πάντα, το θέαμα ήταν μυστηριώδες και συναρπαστικό. Οι σιδηροδρομικές γραμμές αιωρούνταν στο κενό και γύρω τους απλωνόταν το χάος…

Κάθησε σε ένα παγκάκι, και κοίταξε νοσταλγικά. Ο συναγερμός που ειδοποιεί τους περαστικούς και τα αυτοκίνητα να σταματήσουν χτύπησε. Οι προστατευτικές μπάρες κατέβηκαν κι ένα τρένο πέρασε. Ίσως ήταν ιδέα του, αλλά νόμισε πως είδε γνώριμα πρόσωπα στα παράθυρα να του χαμογελούν.

traina

Προχώρησε προς το αμαξοστάσιο με αργά βήματα. Αν και απαγορευόταν κανείς δεν του έδωσε σημασία. Ο χώρος ήταν άδειος, εκτός από ένα πολύ παλιό τρένο, σταματημένο στην είσοδο. Τα φώτα που έπεφταν πάνω του, του έδιναν μια πρασινωπή απόχρωση. Φάνταζε απόκοσμο, λες κι έβγαινε από παραμύθι, κι ετοιμαζόταν να ταξιδέψει πάλι μέσα σε αυτό.

Το παλιό τρένο σφύριξε. Οι μηχανές του άναψαν. Ετοιμαζόταν να φύγει. Πήρε μια βαθιά ανάσα, κι ανέβηκε. Προχωρώντας στο μακρύ διάδρομο συνάντησε τα γνώριμα πρόσωπα που είδε πριν από λίγο να του χαμογελούν… τελικά δεν ήταν ιδέα του…

Το τρένο ξεκίνησε. Κάθησε σε μια θέση και κοίταξε από το παράθυρο. Τα τοπία εναλλάσσονταν με γρήγορες ταχύτητες. Ο ένας κόσμος διαδεχόταν τον επόμενο. Δεν είχε αλλάξει τίποτε από την τελευταία φορά που είχε ταξιδέψει. Ο εισπράκτορας πέρασε από δίπλα του.

«Συγγνώμη… πού πηγαίνει το τρένο;»

«Έχει σημασία;», τον ρώτησε κλείνοντάς του το μάτι.

«Όχι…», μουρμούρισε κι έγειρε το κεφάλι του στο κάθισμα.

traina

Ξαφνικά, έπεσε πυκνή ομίχλη. Άρχισαν να ταξιδεύουν στα σύννεφα. Αυτή τη φορά, αλήθεια απλωνόταν γύρω του το χάος. Κοιτώντας από ψηλά, όλα έμοιαζαν τόσο ασήμαντα, τόσο μικρά, τόσο μάταια. Όλα όσα πέρασε, όλος ο πόνος που ένιωθε εξαφανίστηκαν. Άνθρωποι έτρεχαν αγχωμένοι για να προλάβουν τις δουλειές τους. Η γειτονιά που μεγάλωσε, ήταν άδεια πλέον, ενώ παλιότερα έσφυζε από ζωή. Το βλέμμα του σταμάτησε κάπου, όπου είχε μαζευτεί πολύς κόσμος, γύρω από ένα ασθενοφόρο. Αισθάνθηκε μια περίεργη ανακούφιση, έκλεισε τα μάτια του, κι ονειρεύτηκε το τελευταίο του ταξίδι.

Ένας δημοσιογράφος προχώρησε προς το ασθενοφόρο.

«Συγγνώμη, τι συνέβη;», ρώτησε ένα παιδί.

«Ήταν ένας άστεγος», του απάντησε. «Τον έβλεπα κάθε μέρα που πουλούσα τα κουλούρια μου…»

«Τι μπορείς να μου πεις γι αυτόν;», το ρώτησε. «Ξέρεις, εγώ γράφω ένα άρθρο για τους αστέγους.»

«Αυτό που έλεγε συνέχεια», άρχισε το παιδί, «ήταν ότι ήθελε να πάει στα τρένα…».

Εκείνη τη στιγμή σκοτείνιασε ελαφρά και ο δημοσιογράφος κοίταξε προς τον ουρανό. Ένα σύννεφο που έμοιαζε με τρένο είχε κρύψει τον ήλιο. Λίγο αργότερα απομακρύνθηκε και διαλύθηκε στο άπειρο…

traina

κείμενο | ερωδίτη παπαποστόλου
φωτογραφίες | ερωδίτη παπαποστόλου
photo edit: λευτέρης τσινάρης
επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης + οδυσσέας κοσμάτος