R

e

j

e

c

t

e

d

W

r

i

t

i

n

g

image

Βαφτίσια αλά ελληνικά

Στερεότυπα, εκπλήξεις και σαδισμός

Το φετινό μου καλοκαίρι ήταν μυστήριο… μυστήριο γιατί δεν μου’ τυχαν μυστήρια.

Δεν ξέρω ποιες συμπαντικές δυνάμεις συνωμότησαν για πάρτη μου αλλά έχω χρέος να τις ευχαριστήσω πια κι αυτές κάθε βράδυ πάνω στο μαξιλάρι μου. Πέρυσι ένιωθα σαν υπεραθλητής στίβου που οργώνει τα μίτινγκ κάθε βδομάδα και φέτος αγρανάπαυση. Ευχαριστήθηκα τα μπάνια μου, το τσίπουρο και τη ρέκλα του σαββατοκύριακου χωρίς το άγχος να γυρίσω να βάλω τα καλά μου να πάω στα βαφτίσια, στο γάμο ή στο νέο κόνσεπτ της γαμοβάφτισης. Μεγάλη πατέντα μπάι δε γουέι, αλλά αυτή είναι μια άλλη κουβέντα.

Έβγαλα όλο μου το σαδισμό κι από θέση ισχύος τον σφαλιάρισα αλύπητα στα μούτρα όσων έπρεπε να εγκαταλείψουν με την ουρά στα σκέλια να πάνε να ετοιμαστούν. Με χαμόγελο σαρδόνιο και την ευάερη βερμούδα μου τους αποχαιρετούσα κι εκείνοι μου έγνεφαν βουβά, με ψυχολογία γκιλοτίνας. Κακά τα ψέματα, όσο κι αν προσπάθησε ο εφευρέτης του λινού, ακόμα κι αυτό σου καίει το πετσί μες στο λιοπύρι. Η σκέψη ότι κρύβουμε όλοι έναν τέτοιο Μαρκήσιο Ντε Σαντ μέσα μας είναι τρομακτική, τρομακτική και ταυτόχρονα παρήγορη, γιατί την κάνουμε όλοι, ΟΛΟΙ, ασχέτως αν χαιρόμαστε με τη χαρά των μελλονύμφων και του μωρού-δύτη. Σοφέ λαέ, έχει ο καιρός γυρίσματα τελικά. Όσες λεκτικές καρπαζιές εισέπραξα πέρυσι τις έδωσα φέτος, μην κάνω μόνο εγώ τον Τζανετάκο, έτσι για να κρατάμε και μια ισορροπία στο σύμπαν.

single photo Εμένα τα μυστήρια με πιάσανε στα πρωτοβρόχια και μετά από μια σύντομη ενδοσκόπηση, έχω να πω πως μου λείψανε κομματάκι. Γιατί μπορεί να σέβομαι τα Θεία, λατρεύω όμως να τρολάρω και τη θεία. Τα τελευταία βαφτίσια στο πλούσιο παλμαρέ μου ήταν χρυσορυχείο φιλοσοφίας. Ξεκινάω απ’ τον παπά για να νιώσω το πρώτο σκούντημα στον ώμο. «Κοίτα κοίτα, είναι νέος!» μου λέει μια φίλη μου. Ναι Βασούλα, κι οι παπάδες, όπως και κάθε ζωντανός οργανισμός στη φύση, δεν γεννιούνται εξηντάχρονοι. Ωραία αρχίσαμε, σκέφτομαι, έχει ψωμί η υπόθεση. «Τι μανάρι!» ακούω ανάμεσα στους ήχους από κάτι σαλάκια που σκάγανε στο μάρμαρο και βλέπω πίσω μου κάνα δυο ακόμα που πρόθυμα θα γίνονταν Θεοφανίες για χάρη του Ζαλμά τους.

Σκανάρω προφίλ… πράγματι νέο κι ωραίο παλικάρι και πριν προλάβω να πλάσω σενάριο στο μυαλό μου για το πώς απαρνήθηκε τα εγκόσμια, γυρνάει μάγουλο και βλέπω το χειλόφωνο. Ωωω, λέω, εδώ είμαστε. Εντάξει, δεν ήταν και σαν τα χοντράγγουρα στα live, λεπτό με τσιροτάκι, αλλά χειλόφωνο. Το απόγειο της ακουστικής, δεν είχαμε και πολύ κόσμο και σείονταν οι αγιογραφίες στους τοίχους. Ένα «Δικό σας» μου’ λειπε μόνο για να μ’ αποτελειώσει. Απ’ τη στροφή του Χριστόδουλου και το «ελάτε όπως είστε» η εκκλησία προόδευσε κι άλλο. Αφού αποταχθήκαμε το Σατανά και συνταχτήκαμε το Χριστό, έρχεται η ώρα του Πιστεύω. Εκεί γίνομαι λίγο δυσκοίλιος αλλά μέσα μου μόνο, δεν έχω απαίτηση από κανένα «νουνό» να’ χει απαγγελία επιπέδου Βάνας Καρόλου Λέκκα. Δε φταίω όμως εγώ, ρίξτε το φταίξιμο στην καθηγήτρια που μας έβαζε τεστ στο γυμνάσιο να το γράψουμε απ’ έξω κι από τότε το ξέρω νεράκι (ευχαριστώ κυρία).

Πάμε τώρα στο δεύτερο πρόγραμμα γύρω απ’ την κολυμπήθρα. Δεν έχω ακόμα το know how της ακολουθίας, το παραδέχομαι. Εμπειρικά ξέρω ότι κάνω το σταυρό μου όποτε ακούω Πατήρ, Υιος και Άγιο Πνεύμα ή Άγιος ο Θεός ή το όνομα της Παναγίας, αλλά στα υπόλοιπα δεν πρωτοστατώ, δρω δια της παρατηρήσεως των βετεράνων. Σηκώνομαι με διαφορά φάσης στο «Σοφία Ορθή» και στη μετάνοια-γονυκλισία, εκεί που αδιάκοπα σκύβουν σα να μαζεύουν κάτι απ’ τη γη, βραχυκυκλώνω. Κάνω ριφρές κι επειδή είμαι λίγο τσογλάνι, θέλω να δώσω κι αλλού τη σκυτάλη του τρολαρίσματος. Εύκολο όσο τίποτα. Βλέπω κάνα δυο πέδιλα με καλσόν και ρωτάω τις ειδικούς «είναι σωστό τώρα αυτό;» για να μου απαντήσουν με γέλια πνιχτά «Όχι βέβαια!». Αυτό ήταν, πήρανε πια τη σημαία του πειράγματος τραβώντας μπροστά κι εγώ μόλις έφτιαξα ένα διασκεδαστικό πηγαδάκι κι απλά αγοράζω σχόλια. Δε νιώθω τύψεις όμως, αν σταματήσεις λίγο κι επεξεργαστείς την ατμόσφαιρα, θα τη νιώσεις παντού τη βαβούρα, όλοι μα όλοι ψιθυρίζουν μέχρι τη στιγμή της κατάδυσης, τη στιγμή του σαδισμού θα πω εγώ…

Το μωρό είναι αξιολάτρευτα σιωπηλό. Χαζεύει με τα χρώματα και κοιτάει αποχαυνωτικά τον πολυέλαιο και τον ψηλοτάβανο τρούλο κι αυτό λες κι εκνευρίζει εσώψυχα τους πάντες. Ήταν αγοράκι, γι’ αυτό και στο ξεγύμνωμα δεν γλίτωσαν τ’ αυτιά μου απ’ τα κλισέ σεξιστικά αστειάκια περί μεγέθους (ευτυχώς που δεν έχουν φτάσει να μιλούν και για το στήθος στα κοριτσάκια). Ήταν όμως και θηρίο, δεν ξέρω αν το μπάτζετ του ναού έφτανε μόνο για κολυμπήθρα μίντιουμ, αλλά μια σκάφη τη θέλαμε.

single photo

Και κάπου εκεί πριν την πρώτη κατάδυση όλοι το βουλώνουν, αυτόματα, συγχρονισμένα, λες και πάτησε ο Θεός το μιουτ. Πρώτη βουτιά και τη σιωπή του μωρού ακολουθεί η σιωπή του πλήθους. Δεύτερη βουτιά, το ίδιο και κάπου εκεί μυρίζομαι ότι πρέπει να λένε κάνα γαμώτο από μέσα τους. Η τρίτη είναι η βαθειά, το μεγάλο μπλουμ, πόσο ν’ αντιστέκεται να μην τους κάνεις το χατίρι; Υπέκυψε στα κλάματα. «ΑΑΑΑ» ακούγεται μ’ ένα στόμα, μια φωνή κι όλοι γελάνε. Γελάει κι ο πατέρας. Τι γελάς ρε, του λέω για να τον πειράξω, γελάς που κλαίει το παιδί σου; Ο απόλυτος σαδισμός σε όλο του το μεγαλείο, μέσα στον οίκο του Θεού. Καλύτερα που έκλαψε τώρα που το σκέφτομαι γιατί στο παρελθόν άκουγα στο τέλος κάτι σχόλια του τύπου «ε δεν έκλαψε όμως» και πρήζονταν τα μηνίγγια μου.

single photo Η μαμά ντύνει το μωρό με τη γιαγιά κι η νουνά με τον παπά πλένουν τα χέρια τους στην κολυμπήθρα από το λάδι. Το επόμενο βήμα σκέφτομαι θα’ ναι κάπου εκεί δίπλα να βάλουν κουτάκι που βγάζει αφρό, όπως στις καφετέριες, με αυτοκόλλητο πάνω Fresh Hygiene ή κάτι τέτοιο και τις 19 δράσεις που έχει η σαπουνάδα που ψεκάζεις στην παλάμη σου. Ακόμα και χωρίς αυτό όμως, τα βαφτίσια μ’ αποζημίωσαν για άλλη μια φορά κι ενίσχυσαν την πίστη μου ότι περνάω πολύ καλύτερα απ’ ό,τι στους γάμους. Για το τέλος, απεριόριστο ρισπέκτ στη μαμά που για γλυκάκι διάλεξε σοκολατένιο πουράκι γνωστού ζαχαροπλαστείου της συμπρωτεύουσας (τα τάραζα μικρός).
Υ.Γ. Πήρα και δεύτερο γιατί περίσσεψαν.

κείμενο | μιχάλης χασιώτης
επιμέλεια | τάσος θώμογλου + αλέξανδρος κόγκας