Όνειρα έρωτα και μαγείας

Ονειρεύτηκα ένα βράδυ ότι ουρανοκατέβατη έπεσα στην χώρα, λέει, των θαυμάτων. Κι εκεί που νόμιζα ότι κάτι θα συμβεί τρομακτικό, σηκώθηκα, τινάχτηκα, κοίταξα τριγύρω σαν χαμένη, μα όλα θύμιζαν λιγάκι το εδώ μου. Εξωραϊσμένο. Πανέμορφο. Αλλά ήταν ακόμη το εδώ μου. Καλά, όταν λέω εγώ «εδώ» δεν εννοώ το εδώ όλου του κόσμου. Να, κάτι σαν συνδυασμό συνειδητού και υποσυνείδητου σκέψου το, έτσι, ένα ωραιότατο σουρεαλιστικό μιξ. Οπότε αν το καλοσκεφτείς είναι και λογικό το ότι τελικά στον ύπνο μου δεν κατάφερα να ξεχωρίσω αν αυτή η χώρα τέλος πάντων αυτών των περιβόητων θαυμάτων ήταν πραγματική ή όχι.

κείμενο | έλλη πράντζου */* φωτογραφίες | έλλη πράντζου */* επιμέλεια | οδυσσέας κοσμάτος + ιάκωβος καγκελίδης
Χώρες και Θαύματα

Μόνο όταν ξύπνησα κατάλαβα ότι απλώς κοιμόμουν. Αναγκάστηκα να το καταλάβω για να πω πιο σωστά. Μεταξύ μας βέβαια –έλα και λίγο πιο κοντά να σου το πω στ’ αυτί, δε θέλω να μας ακούσουν- έρχονται στιγμές που ακόμη αμφιβάλλω. Λέω, ρε φίλε, δεν μπορεί, ήταν τόσο αληθινό, έντονο και δικό μου. Τόσο ευτυχία θύμιζε που αν δεν ήταν πραγματικότητα θα έπρεπε να είναι. Ή τουλάχιστον, να, γιατί έπρεπε έτσι βίαια να ξυπνήσω χωρίς να προλάβω να δω πού θα με έβγαζε ο δρόμος εκείνος ο γεμάτος από όλα όσα θέλησα ποτέ μου; Ένα πράγμα ήταν, όλα σε ένα δηλαδή. Ένα συναίσθημα, ένα αίσθημα, ένα σύμπαν σε μια ανάσα. Όμως ευτυχία ήταν αυτό για μένα. Η χώρα των δικών μου θαυμάτων μεταφερμένη στη δική μου γη.

Εκεί ήταν σαν όλα από ψηλά να τα ‘βλεπες. Έμοιαζαν τα πάντα φτιαγμένα θαρρείς από πάθη, παρορμητισμούς, αυθόρμητες σκέψεις, λόγια δηλητηριασμένα με έρωτα, λέξεις αφιλτράριστες και τα πιο αθώα-ένοχα αγγίγματα που θα μπορούσες ποτέ να αισθανθείς. Ήταν όλα μεγεθυμένα. Πελώρια. Ζεστά. Φτιαγμένα από επιθυμία απόλυτη. Τόσο που να κλάψεις σου έβγαινε ώρες-ώρες μπροστά στην υπερένταση του απίστευτου.

Χώρες και Θαύματα

Ένα φιλί διαρκούσε για πάντα όσο παραδίπλα η συνέχεια λάμβανε χώρα εις το διηνεκές. Καμιά εικόνα δε γινόταν ανάμνηση κι ο χρόνος δε θόλωνε με φθορά τις σκέψεις. Παρελθόν και παρόν συνέβαιναν ταυτόχρονα, τα ρολόγια σκάλωναν ευθαρσώς σε όλες εκείνες τις στιγμές που θύμιζαν πυροτεχνήματα μέσα στο μυαλό σου κι οι εκρήξεις πυροδοτούσαν όλο σου το είναι βάζοντας φωτιά σε αγκαλιές.

Και ήταν όλα χρώματα. Χρώματα παντού. Χρώματα από φωνές κι από ψιθύρους. Χρώματα αρωμάτων. Χρώματα εξομολογήσεων. Ισορροπούσαν τα πάντα μεταξύ παιδικότητας και λαχτάρας, αθωότητας και ορμής, καρδιάς και κορμιού.

Χώρες και Θαύματα

Ξέρεις τι μου άρεσε πιο πολύ σ’ εκείνο το όνειρο; Τώρα πια μπορώ να το πω, δε φοβάμαι μήπως χαθεί η μαγεία. Άσ’ την αυτήν, δε θα σβηστεί από μέσα μου ποτέ, εγώ τη συντηρώ εξάλλου και μη νομίζεις ότι παραμυθιάζομαι. Μ’ άρεσε, λοιπόν, που ανακάλυπτα ξανά σαν έφηβη τη ζωή από την αρχή. Μ’ άρεσε που η καρδιά μου στον κόσμο τον θαυμάτων μου δε χτυπούσε ούτε για τ’ ανθρώπινα, ούτε για τα καθημερινά γκρίζα κι ανούσια, ούτε για όσα δε διάλεξα μα μου επέβαλλαν οι άλλοι ή ο φόβος. Γούσταρα ρε που χτυπούσε στους διπλάσιους σφυγμούς για κάτι πάνω απ’ την ανθρώπινή μου υπόσταση. Για κάτι που ούτε εγώ ούτε κανείς άλλος όμοιός μου δεν κατάφερε ποτέ να κουμαντάρει. Γούσταρα που ήμουν όντως ανεξέλεγκτη. Ένιωθα ρε. Αυτό. Αυτό μου άρεσε.

Χώρες και Θαύματα

Λες την τόση ομορφιά κάποιος ύβρη να τη θεώρησε; Ώπα, κάτσε, δεν είναι αυτά για μένα. Ούτε λυρική έχω υπάρξει ποτέ ως τώρα ούτε ξέρω ακριβώς τι παίζει εκεί έξω, στο άπειρο, στον χωροχρόνο, στις διαστάσεις, στα σύμπαντα ή όπως αλλιώς θες πες το, για να μιλάω τώρα εδώ για ύβρεις και τα συναφή. Εμείς οι άνθρωποι είμαστε που δεν μπορούμε να διατηρήσουμε αυτά που μας κάνουν τόσο ευτυχισμένους. Φοβόμαστε λες μήπως χάσουμε ό,τι αποκτήσαμε και το διώχνουμε; Ναι, ξέρω, δεν ισχυρίστηκα ότι κάτι τέτοιο στέκει. Αυτοκαταστροφικοί είμαστε, να τι είμαστε. Ένας αυτοκαταστροφικός σίφουνας κατέστρεψε και τη δική μου χώρα των θαυμάτων και με ανάγκασε να πιστέψω ότι ήταν όνειρο. Κι αφού αυτό θέλησε εγώ το πίστεψα.

Και τώρα μάταια κάθε βράδυ όταν με παίρνει ο ύπνος μετά κόπων και βασάνων προσπαθώ να ζωντανέψω το ίδιο όνειρο. Βλέπεις αυτά, τα «όνειρα» δε συμβαίνουν μάτια μου κατά παραγγελία…

κείμενο | έλλη πράντζου
φωτογραφίες | έλλη πράντζου
επιμέλεια |οδυσσέας κοσμάτος + ιάκωβος καγκελίδης