Λελεπούπολη

Στεκόσουν πίσω από τη βιτρίνα ενός μαγαζιού. Όλο φρεσκάδα, μοναδικός προορισμός σου να τραβάς όλα τα βλέμματα πάνω σου.
Περπάτησα για να σε πλησιάσω. Να σε δω λίγο καλύτερα, έστω κι αν συνέχιζε να μας χωρίζει η τζαμαρία. Σε έκοβαν και κανά δυο άλλοι. Τόσο είχαν θαμπωθεί όλοι με την ομορφιά σου. Σκέφτηκα ότι θα με προλάβουν, ότι δεν θα προλάβω καν να σε διεκδικήσω.  

κείμενο | λέλε */* φωτογραφίες | τάσος θώμογλου */* επιμέλεια | γιώργος παπανικολάου + ιάκωβος καγκελίδης

Απόρησα με τον εαυτό μου που κάνω τέτοιες σκέψεις. ‘’Δηλαδή αν είσαστε μόνοι τι θα έκανες;’’, σκέφτηκα, ‘’θα ορμούσες;’’.
Ψυχραιμία, έχω ήδη στήσει τους άλλους 20 λεπτά. Θα πάω γρήγορα να τους βρω κι εσύ θα φύγεις από το μυαλό μου. Μα πώς γίνεται να μου έχεις γίνει τόσο έμμονη ιδέα. Περπατάω όλο το επόμενο τετράγωνο, περνάω από μια μπουτίκ με ρούχα, μετά παπούτσια. Εσύ εκεί.
Οκ, θα πάω να βρω για καφέ τα παιδιά κι αν είσαι ακόμη εκεί όταν επιστρέφω θα μπω στο μαγαζί.
Έστω να δοκιμάσω.

lelepoupoli-se-eida

Τους συνάντησα λίγα λεπτά αργότερα. Κεφάτοι όλοι, να λένε τα νέα τους ασταμάτητα. Γελάσαμε, παίξαμε επιτραπέζιο. Για λίγο ξεχάστηκα. Όταν κάποιος είπε να φύγουμε σιγά σιγά, να πάμε για φαγητό, κρακ! Επανήλθες στο μυαλό μου. Ήμουν σε δίλημμα. Άμα πήγαινα και για φαγητό θα αργούσα πολύ. Θα σε έχανα.
Δεν είσαι μακριά. Αν βρω μια δικαιολογία, μπορώ να λείψω για κανά μισάωρο και να πεταχτώ σε σένα.
Στα παιδιά είπα ‘’Πάω να πάρω κάτι πριν κλείσουν τα μαγαζιά και θα έρθω μετά να σας βρω’’.
Κι έφυγα. Ούτε κι εγώ ήξερα γιατί το έκανα. Άφησα τα παιδιά για να έρθω σε σένα. Ούτε που ήξερα γιατί δεν τους είπα την αλήθεια. Γέλασα με τον εαυτό μου.
Είχα τη φάτσα που παίρναμε μικροί όταν κάναμε φάρσα σε κάποιον και περιμέναμε να αποκαλυφθεί. Γελούσαν και τα μουστάκια μου.

lelepoupoli-se-eida

Έφτασα στο μαγαζί. Κοίταξα. Δε σε είδα. Απογοητεύτηκα. Σαν το παιδί που του πήραν το γλειφιτζούρι απ’το χέρι.
Έ όχι, δε θα φύγω έτσι. Χωρίς καν να μπω μέσα, να κοιτάξω, να σε ψάξω, να ρωτήσω για σένα.
Μπαίνω, ουρά ο κόσμος. Εγώ να κοιτάζω από δω κι απο κεί.
"Συγνώμη, να βοηθήσω;", με ρώτησε η υπάλληλος του μαγαζιού.
‘’Ναι, κοιτάξτε. Είχατε πριν καμιά ώρα ένα κολασμένο προφιτερόλ στην βιτρίνα σας. Το θέλω παθιασμενα, αλλά δεν το βρίσκω. Πού είναι;’’
Η κοπέλα σχεδόν γέλασε.
‘’Μισό λεπτό, θα σας φτιάξουμε ένα καινούριο’’, είπε

Δεν γινόταν να αρνηθώ. Περίμενα. Το ετοίμασε. Το πήρα κι έφυγα.
Στην επιστροφή ένιωθα σαν να είχα προδώσει την πρώτη μου αγάπη, λέγοντας στον εαυτό μου για παρηγοριά την δικαιολογία "κακό τάιμινγκ".


lelepoupoli-se-eida

κείμενο | λέλε
φωτογραφίες | τάσος θώμογλου
επιμέλεια | γιώργος παπανικολάου + ιάκωβος καγκελίδης