_παρουσιάσεις_βιβλίων

Νίκος Μπακόλας - ο Θεσσαλονικιός πεζογράφος

Στο αφιέρωμα στο Νίκο Μπακόλα στο βιβλιοπωλείο Ιανός

Με αφορμή τη επανέκδοση του μυθιστορήματος του πεζογράφου Νίκου Μπακόλα, "Μεγάλη Πλατεία", πραγματοποιήθηκε η παρουσίαση του βιβλίου καθώς και μια συνολική θεώρηση του πεζογραφικού του έργου στο βιβλιοπωλείο ‘Ιανός’ την Πέμπτη 22 Ιανουαρίου.

Στην παρουσίαση του βιβλίου το λόγο πήραν η κυρία Βενετία Αποστολίδου, που έχει ασχοληθεί με τη ζωή και το έργο του Ν.Μπακόλα και μεταξύ τους υπήρχε και προσωπική-φιλική σχέση, η κυρία Μαίρη Μικέ, καθηγήτρια της φιλοσοφικής σχολής της Θεσσαλονίκης και ο κύριος Δημήτρης Κόκορης, επίκουρος καθηγητής στην ίδια σχολή.

Στη συνάντηση μας δόθηκε η ευκαιρία να μελετήσουμε τόσο το συγκεκριμένο έργο που θεωρείται από πολλούς ως το σημαντικότερο του συγγραφέα, αλλά και ένα από τα καλύτερα μεταπολεμικά μυθιστορήματα, όσο και να γνωρίσουμε μέσα από τα λόγια ανθρώπων που έζησαν κοντά του ή τον μελέτησαν, πτυχές της ζωής του που επηρέασαν το έργο του στο σύνολό του.

Η "Μεγάλη Πλατεία" πρωτοεκδόθηκε το 1987 από τις εκδόσεις Κέδρος και ένα χρόνο αργότερα απέσπασε το Α' Κρατικό Λογοτεχνικό Βραβείο και τώρα πραγματοποιείται η επανέκδοσή της και πάλι από τις εκδόσεις Κέδρος. Πρόκειται για ένα "μυθιστόρημα πόλης", όπως εύστοχα το χαρακτηρίζουν, καθώς πρωταγωνίστρια στο έργο είναι η Θεσσαλονίκη, η πόλη όπου γεννήθηκε και έζησε τη ζωή του ο συγγραφέας και συγκεκριμένα η μεταπολεμική Θεσσαλονίκη και η εικόνα της κατά την περίοδο αυτή. Οι ήρωές του ανήκουν στις γενιές του Μεσοπολέμου, της Κατοχής και του Εμφυλίου. Το βιβλίο αποτελεί μάλιστα τον πυρήνα της τετραλογίας που ξεκινά το 1966 με τον "Κήπο των πριγκήπων", συνεχίζει το 1977 με τη "Μυθολογία", συνεχίζει με τη "Μεγάλη Πλατεία" και κλείνει το 1990 με τη "Καταπάτηση". Χρειάστηκαν λοιπόν 40 χρόνια, έως ότου να "χτίσει" ο Ν.Μπακόλας τη "Μεγάλη Πλατεία". Είναι καρπός της ωριμότητας, των εμπειριών και των βιωμάτων του συγγραφέα όπως αυτός τα έζησε μέσα από τους κλυδωνισμούς που πέρασε η πόλη.

Αυτό όμως που ήθελε περισσότερο να καταδείξει στο έργο του ο συγγραφέας, όπως και ο ίδιος είχε δηλώσει, είναι το πώς τα ιστορικά γεγονότα επηρεάζουν τους ανθρώπους. Με άλλα λόγια, βασική επιδίωξή του ήταν να δοθεί η εξέλιξη της κοινωνίας σε συνάρτηση με τα κοινωνικοπολιτικά γεγονότα. Δεν ήθελε να γράψει ιστορικό μυθιστόρημα. Τα κείμενά του δεν σχηματοποιούν τα συμβάντα αλλά κυρίως τις συνέπειες και τον αντίκτυπο που αυτά έχουν στις ζωές των ανθρώπων. Δημιουργεί χαρακτήρες με έντονο το υποκειμενικό στοιχείο, στον απόηχο των ιστορικών γεγονότων. Οι αφηγητές του αναπλάθουν μέσω της συλλογικής μνήμης, τα προσωπικά τους βιώματα. Τοποθετούνται με τρόπο αριστοτεχνικό στη "Μεγάλη Πλατεία" της μετακατοχικής-μετεμφυλιακής Θεσσαλονίκης για να συναντηθούν μέσα στην πόλη που βρίσκεται σε διαρκή αναβρασμό. Ο ανεπίδοτος έρωτας, ο θάνατος, η απώλεια καθορίζουν τις ζωές των ηρώων του, καθώς και μια ατέρμονη προσπάθεια για έξοδο από τη ματαίωση. Μέσα σ' αυτό το κλίμα της ήττας και της συντριβής προβάλλει ολοζώντανη η Θεσσαλονίκη της εποχής. Αναφορές σε δρόμους, σε πλατείες και σε σοκάκια καθώς και μια ολοζώντανη παρουσία των συνοικιών της, κυρίως γύρω από τα Κάστρα, ολοκληρώνουν το ζωγραφικό πίνακα της πόλης.

Η "Μεγάλη Πλατεία" είναι ένα έργο εύσημο στην πεζογραφική παράδοση. Όσο και αν ακροβατεί ανάμεσα στο μύθο και την ιστορία, αυτό που ξεχωρίζεις στο έργο είναι η μεγάλη αγάπη του συγγραφέα για την πόλη που αναβλύζει απ' τις πρώτες κιόλας γραμμές. Το έργο, σ' αυτό το δεύτερο του ταξίδι του, μπορεί να φανεί οικείο ακόμα και στο σημερινό αναγνώστη, πράγμα το οποίο αποτελεί τη ζωντανή απόδειξη ότι η καλή λογοτεχνία όσο και αν έχει ως αφορμή ή έναρξη μια συγκεκριμένη πόλη, έχει τον τρόπο τελικά να μη μένει μόνο σ' αυτό.