image_alt_text image_alt_text

Γιατί φοράς κλουβί;

Στη μουσικοθεατρική παράσταση-αφιέρωμα στον Νικόλα Άσιμο ‘Αγαπάω κι Αδιαφορώ’, στη μουσική σκηνή Ξέφωτο

«Αν θέλετε να ψάξετε το πτώμα που κείτεται ενθάδε, άδικα ψάχνετε. Πτώμα δε θα βρείτε. Το πτώμα την έσκασε και πήγε βόλτα.»



Τα νέα για τους τρομοκράτες, που συνεχώς προσπαθούν να τρομοκρατήσουν το φόβο τους, είναι καλά. Ο Νικόλας Άσιμος ζει. ‘Η μάλλον ξαναζεί. Αλήθεια, τον είδα με τα μάτια μου, να προσπαθεί ξανά να βρει νόημα στο μάταιο κόσμο που ζούμε, ένα δευτεριάτικο βράδυ σ’ ένα ξέφωτο.
Σας μπέρδεψα; Λογικό. Έτσι είναι βλέπετε ο Νικόλας. Αυθεντικός μέχρι εκεί που δεν πάει.


image01

Και ακριβώς έτσι μας παρουσιάστηκε στη μουσικοθεατρική παράσταση-αφιέρωμα στον Νικόλα Άσιμο «Αγαπάω κι Αδιαφορώ», στη μουσική σκηνή «Ξέφωτο». Σ’ αυτήν τη μικρή και όμορφη μουσική σκηνή, λοιπόν, γίναμε όλοι μάρτυρες της ανάστασης μιας από τις πιο ριζοσπαστικές προσωπικότητες του ελληνικού καλλιτεχνικού στερεώματος.


image01

Ακούσαμε τις υπέροχες φωνές των Παρασκευά Θεοδωράκη και Κέλλυ Κάλτση να μας τραγουδούν τους καθηλωτικούς στίχους του Άσιμου, ενώ ο Λεωνίδας Κακούρης ανέλαβε τον ρόλο του «έτσι». Έγινε η μετενσάρκωσή μας. Η αναπαράσταση ήταν τόσο επιτυχημένη που ουκ ολίγες φορές αναρωτήθηκα αν βλέπω μπροστά μου ηθοποιό ή φάντασμα. Ο συντονιστής και σκηνοθέτης της παράστασης, Γιώργος Κορδέλλας, δεν θα μπορούσε να έχει εκτελέσει καλύτερα το έργο του. Όλα τα κείμενα αναφέρονται σε πραγματικά γεγονότα και λόγια του Άσιμου και συντέθηκαν με προσοχή και μαεστρία. Η προσωπικότητα και το έργο του Νικόλα, αποδόθηκε με μεγάλη φροντίδα και αξιοπρέπεια.

«Ονομάζομαι Νικόλας Άσιμος. Ούτε Νίκος ούτε Νικόλαος. Νικόλας. Και το Άσιμος με γιώτα. Είναι όνομα κι όχι επιθετικός προσδιορισμός του εαυτού μου.» Πράγματι ο Άσιμος, μόνο άσημος δεν ήταν. Ήταν όμως αντί. Αντι-συστημικός, αντι-εξουσιαστής, αντι-αναρχικός, αντι-φασιστής, αντι-φεμινιστής, αντι-συμβατικός, αντι-δραστικός και όλα τα αντί του κόσμου. Πάντα δήλωνε τι δεν είναι και ποτέ τι είναι. Δε δεχόταν να αυτό- η να ετερο-προσδιοριστεί με οποιονδήποτε τρόπο. Ήταν πράγματι, μια κατηγορία από μόνος του.


image01

«Είμαι από κείνα τα παιδάκια που μόνο καλλιτέχνες δε θέλουν να τα λένε…. Όταν όμως, με ρωτούσαν αν είμαι καλλιτέχνης έλεγα ναι. Αλλά δεν κάνω τέχνη. Προσπαθώ να δημιουργήσω τις προϋποθέσεις για να κάνουμε τέχνη.»

Πολλοί ήταν αυτοί που πίστευαν πως ο Νικόλας Άσιμος ήταν τρελός. Στο «Ξέφωτο», όσοι δεν το ξέραμε ήδη, καταλάβαμε πως ήταν ο περισσότερο λογικός απ’ όλους. Μπορεί αρκετές φορές να αναρωτήθηκα πώς θα αντιμετώπιζα έναν καλλιτέχνη σαν κι αυτόν αν ήμουν μαγαζάτορας και ερχόταν να ζητήσει δουλειά. Πώς θα κατάφερνα να βγάλω συνεννόηση και λογική με τα λόγια του. Επρόκειτο για έναν καλλιτέχνη, που θα σε στραβοκοιτούσε αν τον έλεγες καλλιτέχνη, που ζούσε μέσα στην ένδεια και δεν κατανοούσε την έννοια των χρημάτων, που δεν καταλάβαινε τι σημαίνει απαγορεύεται και πρέπει, που ήθελε να ζει με τους ανθρώπους, αλλά δεν του το επέτρεπε η μοναξιά του μυαλού του.


image01

Έφτιαξε επί σκηνής του «Ξέφωτου», όπως έκανε και στην πραγματικότητα, το γραφείο του. Έβαλε ένα τραπέζι, μια λάμπα με ένα χαρτόνι πιασμένο με μανταλάκι για να κρύβει το φως, μια καρέκλα και αποφάσισε να δοκιμάσει να εργαστεί πάνω σ’ αυτό, όπως όλοι οι υπόλοιποι. Άπλωσε λοιπόν πάνω στο τραπέζι τα πόδια και κάπνισε το τσιγάρο του. Τελικά κατάλαβε πόσο χρήσιμο ήταν το γραφείο του, όταν οι σκνίπες και τα κουνούπια, έφυγαν απ’ το κρεβάτι του και πήγαν στο γραφείο.

Ο Νικόλας Άσιμος ήξερε όλη την αλήθεια. Όλη την υποκρισία αυτού του κόσμου. Τα τραγούδια του ήταν μια κραυγή αγωνίας και θυμού. Μια κραυγή ενάντια σε καθετί ψεύτικο και άσχημο. Εμείς, το βράδυ εκείνο, ξαναθυμηθήκαμε αυτήν την αλήθεια που την ξέρουμε όλοι εκ γενετής και ξεχνάμε μέσα στα χρόνια.

Περισσότερο απ’ όλα, μου «έμεινε» μια συγκεκριμένη αλήθεια που πιστεύω πως αν όλοι κατανοήσουμε και υιοθετήσουμε, αυτός ο κόσμος που όλοι θέλουμε να αλλάξει, όμως ποτέ δεν φροντίζουμε να αλλάξει, θα αποκτήσει πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον:

«Άδραξε τη στιγμή. Κάν’ το τώρα, για πάντα και ποτέ. Αύριο; Δεν υπάρχει αύριο.»



Εμείς, το βράδυ εκείνο, ξαναθυμηθήκαμε αυτήν την αλήθεια που την ξέρουμε όλοι εκ γενετής και ξεχνάμε μέσα στα χρόνια.