Στην 'Βαβέλ2' της Νατάσσας Μποφίλιου

Σαββατόβραδο από εκείνα που η άνοιξη σε ξελογιάζει. Δεν σε χωρά το σπίτι και θέλεις να βγαίνεις. Η θάλασσα απέραντη στη Θεσσαλονίκη. Και παράλληλα όσο και να περπατάς στην παραλία, μια φωνή που φέρνει ο αέρας σε μαγνητίζει να πας στην παλιά είσοδο της πόλης. Προσηλυτίζει το ξανθό κορίτσι της ελευθερίας, να μοιραστούμε τις πληγές μας.

"Καθόσουν σκεφτικός, είχες κλειστό το φως, στα χείλη ένα τσιγάρο.
Σαν πλοίο φορτηγό, που βγαίνει με οδηγό ένα σβησμένο φάρο."

κείμενο | γιώργος παπανικολάου */* φωτογραφίες | λευτέρης τσινάρης */* επιμέλεια | τάσος θώμογλου + ιάκωβος καγκελίδης
Νατάσσα Μποφίλιου
Νατάσσα Μποφίλιου

Μπήκα στην "Βαβέλ" της. Κάθισα σε μια γωνιά και αναλογίσθηκα. Κόλλησα τα "αχ" μου, πάνω στα βάσανα της. Χάθηκα στα τραγούδια της, να προσπαθώ να εξηγώ ότι δεν καταλαβαίνω. Νότες, λάρυγγας και λέξεις . Έγινα "ένας άνθρωπος του κόσμου". Όλη η γη δικό της κτήμα. Ένα βράδυ να γίνει το "κρίμα", μελωδία. Σε αυτή "τη γη του Κάφκα", να πάρω την πιο βαθιά μου ανάσα.

Στεκόμουν ακίνητος σε μια γωνιά. Άναβα τσιγάρα, τσιγάρα που ήτανε βαριά. Κι άφηνα τα τραγούδια της σαν "σκορπισμένα παιχνίδια σε ενήλικα χρόνια", να με κυριεύουν. Έβγαζα φωτογραφίες το "κόκκινο της αίμα" πάνω στη σκηνή και το έστελνα από το κινητό στο πρόσωπο που δεν είναι εδώ. Το πρόσωπο που με χωρίζει η απόσταση και ζει την "Ομορφιά στην Αθήνα".
Εκείνη με εξωστρέφεια ήρθε κοντά μου κι είπε να μου χαμογελάσει με "εφτά τραγούδια να σου πω". Μα εγώ δεν μπορούσα. Βούρκωνα. Ειδικά όταν μια διασκευή σε τραγούδι του Sting με γονάτισε.

"Η σιωπή μας είναι τραύμα τώρα πια".

Νατάσσα Μποφίλιου
Νατάσσα Μποφίλιου

Ο Θέμης Καραμουρατίδης στο πλάι, πίσω από το πιάνο, φύλακας-άγγελος της πάντα. Να πειράζονται, να τραγουδάνε, να μπερδεύονται, να χαίρονται, να πονάνε.

"Τι τις θες ρε κόσμε, τόσες άδειες γλώσσες. Δεν θα τις ξορκίσεις έτσι τις σιωπές σου.
Λες και ντε και σώνει, κάποια απ΄ τις τόσες, θα σε ελευθερώσει από την Βαβέλ σου".

Κι όσο τραγουδάω μαζί της ρεφρέν, κουπλέ κι ανάσα, ο αητός της αγάπης να με βάζει να σηκώνω το τηλέφωνο, να καλώ σε ανοιχτή ακρόαση κι εκείνη η αγάπη που μαραζώνει στην απουσία, ξαπλωμένη στο κρεβάτι να κάνει κύκλους από καπνό με τσιγάρα στο στόμα, να χαζεύει το "εν λευκώ" ταβάνι και να σταματάει το you tube με τα άπαντα της Νατάσσας να ακούσει το live της, από το τηλέφωνο και ένα βαρύ ξεφύσημα της αναπνοής μου.

Έκλεισα το τηλέφωνο και εκείνη έστριψε το μαχαίρι στη πληγή και μου ΄βαλε βροχή στα μάτια.

"Κλάμα που δροσίζεις τις λύπες και τα κέφια, χρόνια ξεχωρίζεις τους ξένους απ΄ τα αδέλφια.
Κλάμα που μας δείχνεις σε ποια χαρά χρωστάμε, στο γκρεμό μας ρίχνεις και στάλα δεν κουνάμε".

Νατάσσα Μποφίλιου
Νατάσσα Μποφίλιου

"Τα Καράβια μου καίω" του Πορτοκάλογλου ήρθαν και κούμπωσαν με τις "Μέρες του Φωτός". Και ο Θέμης να μου φωνάζει "εγώ έχω δίκιο μου κι εσύ το κόσμο όλο". Μια καλοκουρδισμένη μπάντα να σου τραβάει "μέχρι το τέλος τη ψυχή. Κι όμως να πηγαίνει και πιο ΄κει".

Κόσμος πολύς, τραπέζια, μπαρ, σερβιτόροι που θέλουν να περάσουν κι εγώ να στέκω κόκκαλο κι ας με σκουντάνε. Να μη με νοιάζει. Σε αυτή τη γωνιά, στην ίδια τη θέση, να κάθομαι και να τη χαζεύω. Να κάνω check in και να δηλώνω "Keep Bofilling". Και το 2017.

Και έπειτα ήρθαν στο νου και πατήσαν like κι οι έρωτες οι παλιοί. Εκεί που σε βρήκα και σε έχασα. Εκεί που "δεν σε πενθώ στο δάκρυ μου, ούτε στο άδειο κρεβάτι μου. Εγώ εσένα αγάπη μου, σε κλαίω στα μεθύσια". Α, ρε π@ύστη μου, αμαρτίες μου ξεχασμένες ξυπνάτε και "μπλέκεται κάτι Σάββατα που πάω να ανασάνω".

Το πένθος του έρωτα, αν δεν το γλεντήσεις με νότα, ντέρτι και φωνή αερική, δεν έχει γιατρειά. Σε εκδικούνται τα χαράματα οι καημοί. Φάρμακο δίχως συνταγή, η γραφή του Γεράσιμου Ευαγγελάτου. "Μια νύχτα που η γη δεν σε χωράει"...Βάλσαμο οι στίχοι.

Νατάσσα Μποφίλιου
Νατάσσα Μποφίλιου

"Του το κρατάω αυτού του κόσμου, που δεν μου ανήκει ο εαυτός μου". Μια "Εκκρεμότητα" με στέλνει πάλι στην αναμμένη οθόνη του κινητού. Καλώ, καλώ, ξανακαλώ και δεν απαντάει. Δεν μπορεί να κοιμάται με τόση απόσταση, έρωτα. Δεν δύναται να μην είναι νοερά εδώ. Εμμονή και η φωνή της να μου δίνει τόλμη στην αιώνια δειλία μου. Εγώ που δεν βγάζω μιλιά και νιώθω πάντα ότι φταίω, αφέθηκα στη ζάλη του κλιμακωτού -φουλ συναισθήματος- προγράμματός της.

Δεν νοούνταν να αφήσω αυτή την ίδια γωνιά στο μαγαζί. Να χάσω το τόσο κοντά να τραγουδάει μόνο για μένα; Και από την άλλη, οι αναπάντητες κλήσεις να αυξάνονται. Και έπειτα, σαν άλλος "επιζών" να λαμβάνω το sms που με έκανε να πιάσω ταβάνι και να πάρω ένα ακόμα ποτό.

"Βγήκα στην Αλεξάνδρας, ξημερώματα. Μην με παίρνεις τηλέφωνα. Έχω στα ακουστικά τα τραγούδια της. Στα αυτιά μου την Νατάσσα και στην ψυχή μου εσένα. Άσε με στα κομμάτια μου και γίνε ένα με τις θάλασσες. Αντιγόνη."

Πλήρωσα το δεύτερο ποτό και το ΄δωσα στον σερβιτόρο. Βγήκα στο δρόμο. Κυκλοθυμικός. Αλήτης στην λεωφόρο της νύχτας, να περπατάω σαν χαζός στη μέση. Στη νησίδα. Με τα πόδια έφτασα στα ΚΤΕΛ κι αντίκρισα το πρώτο πρωινό δρομολόγιο. Έγραφε πέντε το πρωί. Έβγαλα εισιτήριο, σε ένα γκισέ που αγουροξυπνημένα μόλις άνοιγε. Φεύγω σε μια ώρα να σε βρω. Να σε βρω και να σε...

Νατάσσα Μποφίλιου

Την ίδια ώρα, 504 χιλιόμετρα δίπλα στο Πεδίον του Άρεως. "Ένα τζιν μπουφάν φθαρμένο για το κρύο κι ένας σάκος που σε λίγο θα εκραγεί. Μ’ ένα σάλτο μπαίνεις μες στο λεωφορείο, δεν αφήνεις τελευταία επιλογή... Έφευγες από Αλεξάνδρας τα χαράματα, μ’ ένα αρχαίο πούλμαν μπλε πορτοκαλί. Να μη δούνε το πρόσωπό σου μες στα κλάματα. Με το χνώτο είχες θαμπώσει το γυαλί".

"Θα πέρναγες ξυστά κι εγώ να τρέμω". Στη Βαβέλ του έρωτα. Στην μυστική διαδρομή της εσωτερικής μας πόλης. Της δικής μας πολιτείας.

κείμενο | γιώργος παπανικολάου
φωτογραφίες | λευτέρης τσινάρης
επιμέλεια | αλέξανδρος κόγκας + ιάκωβος καγκελίδης