_θέατρο

Η παράσταση που διάλεξε τον ανήφορο

Στην ΑΣΚΗΤΙΚΗ του Καζαντζάκη στο Θέατρο Αριστοτέλειον (+Rejected Photostory)

Τα φώτα σβήνουν. Ένας μοναχικός άνδρας κάθεται στη μέση της σκηνής. Σηκώνει το βλέμμα του και μας καθηλώνει όλους.

«Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο. Καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο. Το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή. Ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η επιστροφή. Ταυτόχρονα με το ξεκίνημα κι ο γυρισμός. Κάθε στιγμή πεθαίνουμε». Μια ολόκληρη κοσμοθεωρία χώρεσε σε λίγες μόλις φράσεις. Η ύπαρξη χάνεται νωχελικά στο μυστικιστικό χορό του σύμπαντος και αφήνει τις πέντε δυνάμεις του κορμιού να εναρμονιστούν με τις δύο κινητήριες του κόσμου. Η ζωή και ο θάνατος συνυφαίνονται, δημιουργώντας ένα υφαντό κεντημένο με το σκληρό αδράχτι της αλήθειας, απαλλαγμένο από το φόβο και τη μελαγχολία που μας προκαλεί η σκέψη της απώλειας.

Το έργο αρχίζει, λοιπόν, με μια πανανθρώπινη αλήθεια που διαπερνά τις γενιές των ανθρώπων από τότε που άρχισε να χτυπά η καρδιά της γης, θυμίζοντάς μας την αφετηρία αλλά και τον τερματισμό στον αέναο αγώνα δρόμου που σφύριξε η τύχη και μας έβαλε ετσιθελικά να τρέξουμε. Οι πέντε ηθοποιοί που συμμετέχουν στην παράσταση περπατούν αργά πάνω στη σκηνή. Στέκονται στο κέντρο της και μας επισημαίνουν: «Πού πάμε; Μην ρωτάς! Ανέβαινε, Κατέβαινε. Δεν υπάρχει αρχή. Δεν υπάρχει τέλος. Υπάρχει η τωρινή, τούτη στιγμή, γιομάτη πίκρα, γιομάτη γλύκα. Και τη χαίρομαι ούλη».

Η ζωή μπορεί εξαρχής να φαντάζει μάταιη, ωστόσο η μαγική, σχεδόν μυστηριακή, δύναμη της στιγμής υψώνεται για να την αλλάξει προς το καλύτερο και προς το χειρότερο. Μπορεί η πορεία μας να είναι προκαθορισμένη, ωστόσο είναι χρέος μας να αγωνιζόμαστε κάθε στιγμή να βελτιώσουμε το επίγειο ταξίδι μας. Πρέπει να παλέψουμε, να πονέσουμε, να πέσουμε και πάλι να σηκωθούμε αν θέλουμε στο τέλος να βγούμε νικητές. Κυρίως όμως, δεν πρέπει να συμβιβαστούμε και, όπως τονίζει και ένας από τους ηθοποιούς βάζοντας στο στόμα του τα λόγια του μεγάλου συγγραφέα, «δε ζυγιάζω, δε μετρώ, δε βολεύομαι. Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι».

Ο Καζαντζάκης άλλωστε στο έργο του είναι ξεκάθαρος : «όχι, όχι… ποτέ μην αναγνωρίσεις τα σύνορα του ανθρώπου! Να σπας τα σύνορα! Να αρνιέσαι ό,τι θωρούν τα μάτια σου! Να πεθαίνεις και να λες: Θάνατος δεν υπάρχει». Μέσα σε μια στιγμή ο άνθρωπος φαντάζει τόσο σημαντικός, συνάμα όμως και τόσο ασήμαντος μέσα σε αυτόν τον κόσμο τον μικρό, τον μέγα. Σε όλη αυτή τη διαρκή πάλη, χωρίζεται από δύο αντικρουόμενες δυνάμεις, το νου και την καρδιά, που επηρεάζουν κάθε πράξη του και την κάνουν τελεσφόρα. Ο συγγραφέας θα επιλέξει την καρδιά να τον οδηγήσει στους πολύβουους δρόμους της ζωής: «Διαλέγω τον ανήφορο γιατί κατά ‘κει με σπρώχνει η καρδιά μου. Απάνω, απάνω, απάνω, φωνάζει η καρδιά μου και την ακολουθώ με εμπιστοσύνη». Άλλωστε, έτσι θα οδηγηθούμε στην πρόοδο που συνεπάγεται την άρρηκτη σχέση του εαυτού μας με το εγώ μας, τον προσωπικό θεό καθώς και τη φύση.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης κατακλυζόμαστε από νοήματα, τα οποία διαδέχονται το ένα το άλλο με ταχύτατους ρυθμούς. Πολλές φορές αισθάνθηκα να χάνω τη συνέχεια, καθώς με είχε συνεπάρει ή προβληματίσει μία προηγούμενη φράση με αποτέλεσμα να προσκολλώμαι σε αυτήν, χάνοντας εξαιρετικά νοήματα που έπονταν. Ωστόσο, αν την προηγούμενη διαπίστωση την καταχωρούσαμε στα αρνητικά, ευθύς από μόνη της θα αίρονταν ως θετική, καθώς ο θεατής βρίσκεται καθ ’όλη τη διάρκεια της παράστασης σε μια πνευματική εγρήγορση που διευρύνει την κρίση του και τον αποφορτίζει, έστω και λίγο, από την τυποποιημένη σκέψη της καθημερινότητας. Σε αυτό συνέβαλαν καθοριστικά και οι ηθοποιοί που καθιστούσαν τα νοήματα σαφή. Με στεντόρεια φωνή στέκονταν μπροστά στο θεατή και απήγγειλαν τα λόγια του μεγάλου Έλληνα συγγραφέα, με σχεδόν εξομολογητικό τρόπο.

Κατάφεραν να βιώσουν τη δική τους κάθαρση, εκθέτοντας το εγώ τους, στεκούμενοι μπροστά μας και δίνοντας κατευθυντήριες γραμμές για τη ζωή μας. Οι ερμηνείες τους ήταν με λίγα λόγια καθηλωτικές. Αργά και ορθοφωνημένα ξεδίπλωναν βαθιές αλήθειες και μας συγκλόνιζαν μέχρι δακρύων. Επίσης, μεγάλο ενδιαφέρον είχε και ο τρόπος που εναλλάσσονταν όσες σκηνές αφορούσαν τα χρέη που έχει να εκπληρώσει ο άνθρωπος. Η εναλλαγή γινόταν από μια ομάδα γυναικών, που συγχρονισμένα μας τοποθετούσαν στο χώρο και πλαισίωναν διακριτικά τους ηθοποιούς.

Ήταν μια από τις καλύτερες θεατρικές παραστάσεις που έχω παρακολουθήσει. Αυτό δεν έγκειται μόνο στο γεγονός ότι πρόκειται για μια θεατρική μεταφορά του εμβληματικού έργου του Καζαντζάκη «Ασκητική», αλλά και στις αξιοπρεπέστατες ερμηνείες των ηθοποιών που κατέθεσαν την ψυχή τους στο σανίδι και έβγαλαν όλη την αλήθεια του έργου προς το κοινό. Κλείνοντας, θέλω να σας υπενθυμίσω την αριστουργηματική φράση του έργου που εμπερικλείει όλη την ανθρώπινη προσπάθεια για ελευθερία και ανεξαρτησία από τα αόρατα δεσμά που μας υποδουλώνουν καθημερινά και μας επηρεάζουν:

«Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβούμαι τίποτα, λυτρώθηκα από το νου κι από την καρδιά. Ανέβηκα πιο πάνω. Είμαι λεύτερος»

Το έργο παρουσιάζεται στο Θέατρο Αριστοτέλειον μέχρι την Κυριακή 31 Μαϊου. Περισσότερα εδώ.