Στην παράσταση 'Γκιακ' του ΚΘΒΕ, σε σκηνοθεσία Γεωργίας Μαυραγάνη

Χώμα και Πληγή. Η αλήθεια του ανθρώπου στο φως. Αιώνες χαμένη μέσα στο σκοτάδι, τώρα στο φως. Όλα στο φως. Κι ας έχει ολόγυρα τόσο σκοτάδι. Γλέντι. Να πιούμε, να ακούσουμε τις ρίζες της μουσικής μας, να χορέψουμε τις απώλειες, να διασκεδάσουμε τα λάθη, να ορθοποδήσουμε απέναντι στα πάθη. Κλαρίνο λυπημένο γιάτρεψε τον πόνο μου.  

"Θα σε περιμένω"..."Σε σκέφτομαι συνέχεια, αγάπη μου, όνειρο μου, ψυχή μου"... 

κείμενο | γιώργος παπανικολάου */* φωτογραφίες | τάσος θώμογλου */* επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης
ΓΚΙΑΚ
ΓΚΙΑΚ

Αγόγγυστα οι αρβανίτικες ιστορίες που φέρουν γέλια και δάκρυα στα πρόσωπα. Λόγια καθαρά, κουβέντες ξάστερες. Αφέσου στο "φεύγα" της παράστασης που διασκεύασε και σκηνοθέτησε με τον πιο μαγικό τρόπο η Γεωργία Μαυραγάνη. Στον πόλεμο σαν πας, όταν γυρίσεις, τίποτα δεν θα είναι ίδιο. Έτσι και η Γεωργία. Παίδεψε, παιδεύτηκε, έξυσε πληγές και πήγε παραπέρα την καλλιτεχνικής της ιδιότητα. Εκεί που σπάνε οι μπάρες και λυγάνε οι φραγμοί.

"Ανθούλα"...."ήλιε μου, λιμάνι μου, αγάπη μου. Θα σε περιμένω ψυχή μου, άγγελε μου. Να μην στεναχωριέσαι. Σ΄αγαπώ."

Μόνο με "Γκιακ". Το βιβλίο του Δημοσθένη Παπαμάρκου ευτυχεί στο μικρό θέατρο της Μονής Λαζαριστών.  Αντεκδίκηση, βεντέτα καρδιάς, αίμα φυλής, φιλί ζωής. Να αντέξουμε την ματαιότητα. Να πούμε την ιστορία μας. Στου γυρισμού το τραπέζωμα, να τη κόψουμε στα δυο την τάβλα της γιορτής, την εστία, να ραγίσει το μέσα μας βαθιά και να μας πάει παραπέρα. 

"Ένα πακέτο τούρκικα τσιγάρα στα ΄δωσα. Να τα καπνίζεις και να με θυμάσαι".

ΓΚΙΑΚ
ΓΚΙΑΚ

Το κύτταρο του ανθρώπου -πανάθεμά το- πάντα θα τυραννά τις νύχτες μας. Σκυλί θα αλυχτά και θα μας μαγεύει. Κορμί που παλεύει να αγαπηθεί. Να χαθεί σε χείμαρρο αγάπης. Χέρια που σε αγγίζουν κι εσύ μεμιάς τρέμεις. Ηδονή που σε πάει ως και την απέναντι όχθη. Σκάρτη ζωή σε γελασμένη ευμάρεια, μόνο στο κίνδυνο απογυμνώνεσαι... Οι αυτοσχεδιασμοί και οι μουσικές του Μιχάλη Σιώνα ηδονικά σμίγουν με τα κοστούμια και το σκηνικό της Άρτεμις Φλέσσα. Σε ένα έργο που είναι η αλήθεια των ημερών μας. Κι αυτή, η τελευταία, δεν χωράει ηλικία. Μήτε όρια.  

"Τι κακό έκανα ο καημένος".."Τι είναι εδώ ρε Θύμιο;"

Πόλεμος κι ανάγκη για επιβίωση. Εκεί που το προξενιό της ζωής σε περιμένει και μια χαραμάδα ανομολόγητης ελευθερίας στο σπάει. Σου χαλάει το βλέμμα, σου παραπατάει τη ζωή. "Κι έτσι στον γάμο σου δεν ήρθα." Το έργο που σε κάνει "να σούρνεσαι από το μαράζι".

Φασαρία στο φιλήσυχο. Κραδασμός στα έγκατα του μέσα. Μέσα. Σου. Εφτά ηθοποιοί, φαινομενικά ετερόκλητοι, ουσιαστικά δεμένοι, σε μια χημική ένωση αλησμόνητης παράστασης. 

"Μια μέρα δεν άντεξα, θα ΄σκαγα, ήρθα σπίτι σου. Εγώ σ΄ αγαπάω, δεν μπορώ έτσι. Να μην σε βλέπω, να μην σε ακουμπάω, να μην σε φιλάω."

ΓΚΙΑΚ
ΓΚΙΑΚ

Το "σήκω και φύγε μην μας πάρει κάνα μάτι" που μας κατατρέχει στο κρυφό της ζωής. Η γύμνια της ψυχής μας. Εκεί που ανεβαίνουν οι θερμοκρασίες και το χαμάμ της ζωής. Βάσανο ο έρωτας, αλύτρωτος ο πόλεμος της ζωής και τα κύτταρα ιδρώνουν. Χτύπημα σε δυνατό ζωντανό-του δίνεις μια στο κούτελο κι έπειτα το χτύπημα το θανατερό, το στέλνει. 

Ανθούλα; Η αγάπη γραμμένη σε χαρτάκι, αλυσίδα και σακιά της κάνουνε παρέα. Αγάπη κερασμένη σε ποτήρι. Πιες το μονορούφι το τραύμα που σου σερβίρει. Ύψωσε ανάστημα και δέξου την σφαίρα. Μπες μπροστά να γλυτώσεις ό,τι αγαπάς. Προφύλαξε τα στερνά μιας κατάντιας που άλλοι βάφτισαν πόλεμο κι άλλη συντριβή ανθρώπων.

"Χαρές, κακό, άλλο πράγμα. Γύρναγε ο πατέρας του κι έλεγε στα καφενεία. Θα κάνω γλέντι τρικούβερτο που ΄ρθες. Και φάγαμε και ήπιαμε... Και πώς ήταν εκεί στο πόλεμο που ήσανε;"

ΓΚΙΑΚ
ΓΚΙΑΚ

Αγρίμι ψιθυριστά στο μικρόφωνο του ανείπωτού σου. Μέθη που ΄χουν τα σκοτάδια σου, σταλάζουν δάκρυ και σβουνιές. Ηλεκτρική κιθάρα να γραντζουνάει τα μύχια της καρδιάς. Να μας υπενθυμίζει τις απώλειες. Να μας αναμετρά με τα σκοτάδια μας. Να κοιταζόμαστε με αυτό το "λίγο μας" που μας καταδιώκει. Νύχτας αμαρτωλοί και αυγής μόνοι. Άνθρωποι. Όλοι. 

"Γιατί ο πόνος δίνει αξία στο κάθετί που κάνεις. Να πλερώνεις για το κάθετί που παίρνεις. Κι εγώ πλερώνω. Για κάθε χτύπημα. Με τα κόκαλά μου. Που πονάνε, χειμώνα καλοκαίρι. Έτσι τα βράδια κοιμάμαι ήσυχος. Ότι όλα είναι στην τάξη τους."

"Κι ήρεμα από εδώ και μπρος. Ήρεμα. Χωρίς σκοτούρες. Χωρίς. Αλλά, για πεμ΄ κι εσύ... Σε ζάλισα με τα δικά μου... για πεμ΄ και τα δικά σου τώρα;"



ΓΚΙΑΚ
ΓΚΙΑΚ

κείμενο | γιώργος παπανικολάου
φωτογραφίες | τάσος θώμογλου
επιμέλεια | ιάκωβος καγκελίδης