image_alt_text image_alt_text

'Είμαστε όλοι γλάροι'

Photostory από τη γενική πρόβα του «Γλάρου» του Τσέχωφ από το ΚΘΒΕ, στο Θέατρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών.

Εκατόν δεκαοχτώ χρόνια μετά το αποτυχημένο πρώτο φτερούγισμα και την μετέπειτα απογείωσή του, «Ο γλάρος» «πετάει» στη σκηνή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος.



Ο Α. Τσέχωφ άλλωστε το είχε προβλέψει νωρίς: «Εμείς οι Ρώσοι, λατρεύουμε το παρελθόν μας, μισούμε το παρόν και φοβόμαστε το μέλλον. Πόσο λυπηρό θα ήταν να ξεχνούσαμε ότι το μέλλον που φοβόμαστε μεταβάλλεται σιγά σιγά στο παρόν που απεχθανόμαστε και στο παρελθόν που λατρεύουμε». Η ίδια η ζωή έφερε τον Τσέχωφ αντιμέτωπο με τα λεγόμενά του, όταν απέτυχε «Ο γλάρος» στην πρεμιέρα του, ενώ έπειτα από χρόνια αποθεώθηκε και συνεχίζει να θεωρείται ένα από τα αριστουργήματά του. Το ίδιο το έργο, λειτουργώντας προφητικά, ξεκινάει παρουσιάζοντας την αποτυχημένη πρεμιέρα του έργου ενός νέου συγγραφέα, του Κόστια.


image01

Η πλοκή του έργου περιστρέφεται γύρω από την ατέρμονη προσπάθεια για τη διεκδίκηση μιας επιτυχημένης και ολοκληρωμένης ζωής, χωρίς όμως στόχο και προορισμό, και καταπιάνεται τελικά με την καθημερινότητα που όλοι οι άνθρωποι βιώνουμε μέσα στο πέρασμα των αιώνων.


image01

Ο Τσέχωφ χαρακτήρισε το έργο του «Κωμωδία σε τέσσερεις πράξεις». Αυτός ο χαρακτηρισμός δέχτηκε πολλές κριτικές, καθώς τελικά το κωμικό στοιχείο δεν προκύπτει διόλου. Το έργο διέπει η έντονη σάτιρα, το πικρό χιούμορ και ο αυτοσαρκασμός των ηρώων, αλλά το δραματικό στοιχείο είναι αυτό που τελικά επικρατεί. Ο συγγραφέας θα ήθελε ίσως να χαρακτηρίσει ολόκληρη τη ζωή ως μια κωμωδία, ως ένα κακό αστείο. Δύσκολες εξωτερικές συνθήκες (υγρασίας και ζέστης ή έντονου κρύου) για τους ήρωες, πεσμένη ψυχολογία και προβληματική υγεία από τη μια, γέλια, τραγούδια, ακριβά ρούχα και παιχνίδια από την άλλη.

Και στο κέντρο όλων βρίσκεται ο -χωρίς ανταπόκριση- έρωτας. Δημιουργείται ένα τεράστιο και χωρίς τελειωμό ερωτικό πολύγωνο κι όμως κανένας και ποτέ δεν είναι πραγματικά ευτυχισμένος. Για όλους πάντα κάτι θα φταίει: έλλειψη χρημάτων, αδυναμία πραγματοποίησης επαγγελματικών ονείρων, αποτυχίες ή αδειανές επιτυχίες. Φταίνε οι συνθήκες, η οικογένειά τους, η μοίρα και ο εαυτός τους. Αλλά τελικά η βασική αιτία παραμένει πάντα η έλλειψη συναισθηματικής πληρότητας.


image01

Η σκηνοθετική ματιά του Γιάννη Βούρου αντιμετωπίζει με σεβασμό το σύγγραμμα του Τσέχωφ, μένοντας σε κλασικές νόρμες, χωρίς υπερβολές και πλεονασμούς, και δημιουργεί τις κατάλληλες συμβάσεις ώστε να παρουσιαστεί όσο το δυνατόν πιο αναίμακτα ένα εξ ορισμού διαχρονικό και πολυδιάστατο έργο. Το αποτέλεσμα είναι άκρως ικανοποιητικό, καθώς η δράση κρύβεται ακόμη και στις μικρότερες λεπτομέρειες, η παραμικρή κίνηση σηματοδοτεί κάτι καινούριο στην πλοκή, ενώ συγχρόνως παρουσιάζεται το έργο στην πιο απλή και κατανοητή του εκδοχή ώστε να μπορεί να το προσλάβει πλήρως ο καθένας.

Οι ηθοποιοί, δίνοντας τον καλύτερό τους εαυτό, μεταλλάσσονται πάνω στη σκηνή μεταδίδοντας τα συναισθήματα των ηρώων που μεταβάλλονται συνεχώς ανάλογα με τα δρώμενα. Μας περνούν τη δίψα για δημιουργία, την πίκρα των γηρατειών, την απόγνωση της απόρριψης, τη μέθη του έρωτα, το πένθος και τη χαρά, μέχρι το τελευταίο λεπτό. Η δράση είναι συνεχής και έντονη, καθώς οι ηθοποιοί επικοινωνούν την ακμή της παρακμής της εποχής, ακόμα και μέσα από τη σιωπή. Το συναίσθημά τους, έστω βουβό, καταφέρνει μέσω μιας απλής κίνησης του σώματος ή ενός βλέμματος να διεισδύσει με άμεσο και αιχμηρό τρόπο στις καρδιές των θεατών.


image01

Τα αριστοτεχνικά φτιαγμένα σκηνικά που φέρουν την υπογραφή του Γιάννη Μετζικώφ πλαισιώνουν αρμονικά τη δράση. Αρχικά, ένα λεπτοδουλεμένο καλοκαιρινό σαλόνι στην εξοχή της Ρωσίας με λευκά έπιπλα εποχής, αλλά και ολόκληρους κορμούς δέντρων και έπειτα ένα υπέροχα διαμορφωμένο σπίτι στην ίδια περιοχή κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Παρακολουθούμε μέσα σε λίγα λεπτά την αλλαγή των εποχών τόσο επί σκηνής, αλλά και μέσα στις ψυχές των ηρώων. Το πραγματικά καινοτόμο και διαφορετικό βέβαια είναι η προσθήκη της προβλήτας πάνω στα καθίσματα των πρώτων σειρών ως συνέχεια του βασικού σκηνικού.

Και εδώ έρχονται οι ήχοι και οι φωτισμοί για να βάλουν τον θεατή ακόμα περισσότερο στο κλίμα. Κύματα, τζιτζίκια, έντομα, σκυλιά που γαυγίζουν και μελωδίες πιάνου, συνδυασμένα με τους συνεχείς και ιδανικά ταιριασμένους γαλάζιους και «κυματιστούς» φωτισμούς, μας δίνουν την αίσθηση πως βρισκόμαστε κι εμείς μέσα στη ρωσική ύπαιθρο δίπλα στη λίμνη, πως νιώθουμε τη ζέστη και την υγρασία ή το τσουχτερό κρύο. Τα πλούσια κοστούμια εποχής, κυρίως λευκά, εκτός αυτού του χαρακτήρα της Μάσας, η οποία φοράει πάντα μαύρα, καθώς μονίμως πενθεί για τη ζωή της. Οι ενδυμασίες περνούν έντονα το μήνυμα του «φαίνεσθε» μιας εποχής που η αξία των ανθρώπων -ανεξαρτήτως συνθηκών- μετριόταν «με το μέτρο».


image01

««Σε μια λίμνη, ζει από μικρό ένα κορίτσι, όπως ακριβώς ένας γλάρος, και μια μέρα κάποιος, χωρίς έχοντας τι καλύτερο να κάνει της ρημάζει τη ζωή», είπε ο Μπόρις. «Είμαι ένας γλάρος», είπε η Νίνα.

Μάλλον όμως, είμαστε όλοι γλάροι.

INFO

Συντελεστές:
Μετάφραση: Ξένια Καλογεροπούλου
Σκηνοθεσία – Δραματουργική επεξεργασία: Γιάννης Βούρος
Σκηνικά –Κοστούμια: Γιάννης Μετζικώφ
Βοηθός σκηνοθέτη: Δελίνα Βασιλειάδη
Βοηθός σκηνογράφου: Δανάη Πανά
Βοηθός ενδυματολόγου: Ήρις Τσαγκαλίδου
Οργάνωση παραγωγής: Φιλοθέη Ελευθεριάδου

Διανομή:
Δημήτρης Μορφακίδης (Μεντβεντένκο), Μαρία Χατζηιωαννίδου (Μάσα), Χρήστος Σιμαρδάνης (Σόριν), Μιχάλης Συριόπουλος (Τρέπλιεβ), Γιάννης Πανώριος (Γιάκωφ), Κοραλία Καράντη (Αρκάντινα), Άννα Ευθυμίου (Νίνα), Ιφιγένεια Δεληγιαννίδη (Πωλίνα Αντρέγιεβνα), Κώστας Σαντάς (Ντορν), Τάσος Πανταζής (Σαμράγιεφ), Ιορδάνης Αϊβάζογλου / Γιάννης Βούρος (Τριγκόριν, διπλή διανομή), Χριστίνα Ζαχαροπούλου (Υπηρέτρια)

Περισσότερα μπορείτε να δείτε στο Δελτίο Τύπου εδώ.



Το συναίσθημα, ακόμη και βουβό, καταφέρνει μέσω μιας απλής κίνησης ή ενός βλέμματος να διεισδύσει με εκκωφαντικό θόρυβο στις καρδιές των θεατών