R

e

j

e

c

t

e

d

t

r

a

d

i

t

i

o

n

image

Παναΐα μ’ Σουμελά

Στη γιορτή της Μάνας των Ποντίων

Όταν οι διακοπές τελείωναν και κόντευε η ώρα της επιστροφής, εκεί στα τραπέζια του αποχαιρετισμού από τις μεγάλες καλοκαιρινές παρέες, μάζευα κέρματα.

Και τώρα δηλαδή το ίδιο συμβαίνει, μόνο που άλλαξε το νόμισμα: τότε κατοστάρικα, τώρα ευρώ και δίευρα. Έτσι, σαν δίσκος σε εκκλησία βγαίνει το πλατύγυρο καπέλο κι αρχίζουν οι παραγγελιές:
-Να πας στη Σουμελά, να ανάψεις ένα κερί για την πεθερά μου.
-Είναι άρρωστη;
-Ούτε καν.

Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου. Τι πρέπει να ακούει κι αυτή η Παναγία μ’ εμάς που έχει μπλέξει. Κεριά για νεκρούς, κεριά για αγέννητους, κεριά για να πέσει 600 μόρια το Φυσικό Θεσσαλονίκης, κεριά για τη μηχανή του Σκόντα που κάνει σαν ασθματικός θεατρίνος και θα μας αφήσει καμιά μέρα. Μάζευα εγώ. Ελέω των συνθηκών έπρεπε να παίξω το ρόλο του μεσάζοντα, του κομιστή, του μαθητευόμενου μάγου με τα δώρα. Γιατί βλέπετε, είχα ένα εξαιρετικά δεσμευτικό πλεονέκτημα: ήμουν απ’ τη Βέροια. Κι όσο κόντευαν οι μέρες για τον Δεκαπενταύγουστο, τόσο πιο συχνά έφτανε στ’ αυτιά μου.

Τώρα που θα πας πάνω, να πας στην Παναγία Σουμελά. Τόσα χρόνια εγώ δεν αξιώθηκα.

Και πήγαινα κι όταν δεν ήμουν ακόμα σε θέση να αντιληφθώ τι ακριβώς σημαίνει η Σουμελά για την πολιτιστική μας ταυτότητα. Άναβα τα κεράκια και χάζευα το πλήθος, τους άπειρους ιερωμένους, τους πολιτικούς, τους δημοσιογράφους, τον Λάκη τον Παγωτάκη και τα ρέστα. Ευλάβεια, προσευχές, κλωτσομπουνίδια μεταξύ των πιο ανυπόμονων, απανωτά σκριν των πολιτικών για το ποιος θα είναι πιο μπροστά και ποιος θα είναι πιο ευδιάκριτος στις φωτογραφίες, καμένο λάδι και κομποσκοίνια.

Η Παναγία Σουμελά. Η Παναγία του Μελά, που εγκαταστάθηκε τελικά στο Βέρμιο και στην Καστανιά, για να βρίσκεται σε γνώριμό της τόπο και να προστατεύει τη Μακεδονία μας, τους Πόντιους κι όποιον ζητήσει τη συνδρομή της. Η Σουμελιώτισσα Παναγία που γνώρισε τόσες δόξες και τόσες λύπες, που την προσκύνησαν αυτοκράτορες και σουλτάνοι και που ακολούθησε τελικά την πορεία των Ελλήνων του Πόντου, την πορεία του διωγμού και της προσφυγιάς. Την Παναγία που βρήκε στον τόπο μας, στην Καστανιά, το χώρο που ήδη από το 1931 ο Λεωνίδας Ιασωνίδης αναζητούσε:

«Aναζητήσωμεν εν ταις Nέαις Xώραις παλαιάν τινά Σταυροπηγιακήν Mονήν, βραχώδη και ερυμνήν, παρεμφερή προς την εν Πόντω ερημωθείσαν, θα μετωνομάσωμεν αυτήν εις «Nέαν Παναγίαν Σουμελά» και θα δώσωμεν αυτήν εις ψυχικήν ανακούφισιν και παρηγορίαν εις τας τριακοσίας πενήντα χιλιάδας των Ποντίων, δι' ους δεν είνε προσιταί αι Aθήναι! Kαι θα δίδεται ούτω και πάλιν η ευκαιρία εις τον γενναιόψυχον τούτον Λαόν να συγκροτή τας πανηγύρεις και να συνεχίζη τας τελετάς και να εμφανίζη τας αλησμονήτους εκείνας κοσμοσυρροάς κατά τας επετείους της Παρθένου εορτάς, ασπαζόμενος την εικόνα των 17 Ποντιακών αιώνων, αισθανόμενος τα παλαιά της συγκινήσεως ρίγη, αναβαπτιζόμενος εις την προς την πατρίδα πίστιν και τραγουδών εν συνοδεία της Ποντιακής λύρας το αλησμόνητο τραγούδι:

Eμέν Kρωμναίτε λένε με
Kανέναν κι φογούμαι.
Ση Σουμελάς την Παναγιάν
θα πάγω στεφανούμαι

κείμενο | αλέξανδρος κόγκας
φωτογραφίες | γιάννης ζιώρης
επιμέλεια | πωλίνα ταϊγανίδου + ιάκωβος καγκελίδης