_μουσική

Άκης Πάνου | Ο λαϊκός φιλόσοφος με το θολό, αετίσιο βλέμμα

'Δεν μετανόησα, διότι δεν εννόησα. Δεν εννόησα να τον σκοτώσω'

Ο Άκης Πάνου δεν ήταν ο τύπος που θα καπνίσει το τσιγάρο μέχρι να φτάσει η κάφτρα στα γράμματα.

_Θα το άφηνε να λιώσει σαν λιανοκέρι ανάμεσα στα δάχτυλα που αγκαλιάζουν τα τάστα του μπουζουκιού του, θα το άφηνε να αργοσβήσει στο τασάκι όταν απορροφημένος θα έψαχνε τη λέξη που θα έκλεινε τον στιχάκι του.

Ήταν ιδιόρρυθμος άνθρωπος ο Άκης Πάνου. Από εκείνους τους τύπους τους δύσκολους, που εύκολα κάποιος μπορεί να τους χαρακτηρίσει περιθωριακούς, αλλόκοτους, απροσάρμοστους. Ο ίδιος σε μια σπάνια τηλεοπτική του εμφάνιση είχε δηλώσει κυρίαρχος του εαυτού του, ελεύθερος σκοπευτής. Ακόμη και τώρα, δεκαπέντε χρόνια μετά το θάνατό του, δεν θα έβρισκες εύκολα κάποιον να σου πει πως είχε ερμηνεύσει το θολό, αετίσιο βλέμμα του.

Μεγάλωσε στην Καλλιθέα. Ένα δημοτικό έβγαλε, μα έμεινε μαθητής μια ολόκληρη ζωή. Ήταν ένας λαϊκός φιλόσοφος, μια περίεργη πάστα ανθρώπου, αντιδραστικού και ειρωνικού. Βερνίκια, τυπογραφεία κι άλλες 20 και βάλε δουλειές, μεταξύ των οποίων κι αυτή του οργανοποιού. Μερακλής μπουζουκοποιός, ήταν ο πρώτος που στόλισε με παραστάσεις το όργανο που αγάπησε με πάθος. Πάνω σ' αυτήν τη δουλειά, ένα σκαρπέλο μπήγεται στο χέρι του και μαζί με τένοντες, κόβει οριστικά και την δεκαπενταετή παρουσία του στα πάλκα της εποχής.

Μην περιμένετε όμως, να σας μιλήσω για τον καλλιτέχνη Άκη Πάνου. Τί να σας πω εγώ, που δεν έχουν πει ήδη, τα πενήντα τόσα χρόνια του στην υπηρεσία της λαϊκής μουσικής, του μόνου αφεντικού που δέχτηκε με χαρά. Ύμνοι τα τραγούδια του, ο στίχος του ώριμος, αψύς. Τραγούδια που έκαναν ανθρώπους να ερωτευτούν, να χωρίσουν, να αντέξουν. Τραγούδια που ανέδειξαν πολλούς μουσικούς και ακούστηκαν με τον δικό του τρόπο κόντρα στις προθέσεις των σαρκοβόρων δισκογραφικών. Την κοπάνισε απ' την Αθήνα και την πίεση των εταιριών, προβάλλοντας ειρωνικά την διάθεσή του να υπακούσει στην προτροπή της κυβέρνησης για αποκέντρωση. Πήγε να μεγαλώσει τα 4 παιδιά του στην Ξάνθη μέχρι να καθαρίσει η χώρα, είπε. "Είμαι φιλόνομος", είπε. Λίγα χρόνια μετά, οδηγήθηκε ενώπιον του δικαστηρίου Καβάλας, κατηγορούμενος για την εν ψυχρώ δολοφονία, του Σωτήρη Γιαλαμά, του εραστή της κόρης του και πατέρα του παιδιού της.

Ο κόσμος ήθελε σάρκα και αίμα κι όλοι μας τότε δείξαμε την πιο όμορφη, κανιβαλική μας διάθεση. Ήτανε λάθος, ο Άκης. Έκανε λάθη. Τόσα πολλά λάθη που θα έφταναν για να ξεχειλίσουν από αυτά πολλές νοικοκυρίστικες ζωές. Η διαφορά είναι πως δεν θέλησε ποτέ να ξεφύγει από αυτά τα λάθη, από τις «αναπηρίες» του. Το δικαστήριο τον καταδίκασε. Πριν από το δικαστήριο, ο ίδιος είχε καταδικάσει τον εαυτό του.

Κοίταξε κυρ Αλέκο, πριν από δαύτους, εγώ τον Άκη τον έχω καταδικάσει ισόβια,είχε πει στον συνήγορο υπεράσπισης, τον Αλέξανδρο Κατσαντώνη. Αυτό που έδειξε να τον πειράζει περισσότερο ήταν η μη αναγνώριση της πολιτιστικής προσφοράς του, ως ελαφρυντικό. Συμβολή του καλλιτέχνη υπάρχει, καλλιτεχνικού όμως χαρακτήρα, όχι πολιτισμικού, απεφάνθη το δικαστήριο. Σκεφτείτε τώρα ας πούμε στη θέση του, κάποιον άλλο καλλιτέχνη, όχι τόσο απόμακρο από την μικροαστική λογική μας. Τον Νταλάρα, λέμε τώρα...

Κάθισε απέναντι στους κριτές του, κράτησε τα λόγια τα πολλά για τους αιμοδιψείς δημοσιογράφους των 90s και δήλωσε πως δεν μετανοεί.
Όχι, κύριε πρόεδρε. Δεν μετανόησα, διότι δεν εννόησα. Δεν εννόησα να τον σκοτώσω.

Ο Άκης Πάνου θα οδηγηθεί στη φυλακή, θεωρώντας πως τσάμπα χάλασε τη ζωή του και την οικογένειά του. Θα πεθάνει χτυπημένος από τον καρκίνο. Εννέα χρόνια μετά, την μέρα της επετείου του θανάτου του, ο γιος του θα βρεθεί κρεμασμένος. Ήταν ο ίδιος, που είδε μπροστά στα μάτια του να μπαίνει η ταφόπλακα της οικογένειάς του, από τον ίδιο τον δημιουργό της, τον πατέρα του. Δεν το γούσταρε το τσιγάρο ο Άκης, αλλά το φουμάριζε. Ο καπνός του έμεινε στους στίχους του, πυκνός, βαρύς. Κάθε τραγούδι του ένα μνημόσυνο, μια ανάσα βαθιά και ένα χάδι τραχύ, ελληνικό.